Τα νέα του Ιερού Ναού μας για τον Ιανουάριο

1. Κατά το μήνα Ιανουάριο ο Εσπερινός αρχίζει στις 4:30μ.μ. Ο Όρθρος τις Κυριακές στις 6:30π.μ.-9:30π.μ. και τις καθημερινές 6:30π.μ.-8:30π.μ.

Τετάρτη 28 Ιανουαρίου 2026

28/01: Όσιος Εφραίμ ο Σύρος



Ασκητής με πολλή απλότητα, εγκράτεια και ενθουσιώδη πίστη. Προικισμένος με πλουσιότατη και φλογερώτατη φαντασία, εξασκούσε μεγάλη επιρροή στους συμπολίτες του.

Ο Εφραίμ γεννήθηκε στις αρχές του 4ου αιώνα, στη Νίσιβη της Συρίας. Διδάσκαλο ευτύχησε να έχει τον επίσκοπο Ιάκωβο, άνδρα μεγάλης θεολογικής παιδείας, που τον χειροτόνησε διάκονο.

Αλλά αυτός παραδίδεται ολοκληρωτικά στις μελέτες του και δε θέλησε να προβιβαστεί σε ανώτερο αξίωμα. Διότι θεωρεί σπουδαιότερο αυτό που είπε ο Απόστολος Παύλος: «Πάσα γραφή θεόπνευστος και ωφέλιμος προς διδασκαλίαν, προς έλεγχον, προς επανόρθωσιν, προς παιδείαν την εν δικαιοσύνη, ίνα άρτιος ή ο του Θεού άνθρωπος, προς πάν έργον αγαθόν εξηρισμένος». Δηλαδή, όλη η Γραφή έχει εμπνευστεί από το Θεό. Γι’ αυτό είναι ωφέλιμη να διδάσκει την αλήθεια, να ελέγχει τις πλάνες, να διορθώνει αυτούς που αμαρτάνουν, να παιδαγωγεί στην αρετή και έτσι ο άνθρωπος του Θεού να είναι τέλειος, καταρτισμένος σε κάθε έργο αγαθό.

Έτσι, με αυτόν τον τρόπο ο Εφραίμ απέκτησε ξεχωριστή θέση στην εκκλησιαστική κίνηση του έθνους του.

Ήταν περίφημος ρήτορας, ο βαθύς και φλογερός συγγραφέας.

Ονομάστηκε προφήτης Σύρων, στύλος της Ορθοδοξίας, στόμα και κιθάρα του Αγίου Πνεύματος.

Ο Όσιος Εφραίμ κοιμήθηκε το 379, αφού άφησε μεγάλο συγγραφικό έργο.

Απολυτίκιον
« Ρείθρον άυλον, εν τη ψυχή σου, τον ζωήρρυτον, πλουτήσας φόβον, κατανύξεως κρατήρ,αναδέδειξαι, όθεν ημάς προς ηθών τελειότητα, τοις ιεροίς σου ρυθμίζεις διδάγμασιν. Εφραίμ Όσιε, Χριστόν τον Θεόν ικέτευε, δωρήσασθαι ημίν το μέγα έλεος».

Αναδημοσίευση από: Χριστιανική Φοιτητική Ένωση

Ακούστε το απολυτίκιον του Οσίου Εφραίμ του Σύρου:

Τρίτη 27 Ιανουαρίου 2026

27/01: Άγιος Δημητριανός της Ταμασού, ο θαυματουργός

 



Λειτουργικά κείμενα

Κυριακή 25 Ιανουαρίου 2026

25/01: Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος


Ο Άγιος Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός, θεωρείται ως «τῶν θεολόγων ὁ νοῦς ὁ ἀκρότατος». Είναι ο ένας από τους τρεις εκκλησιαστικούς άνδρες, που η Ορθόδοξη Εκκλησία τιμά με την προσωνυμία «Θεολόγος». Οι άλλοι δύο είναι ο Ευαγγελιστὴς Ιωάννης και ο όσιος Συμεὼν ο Νέος Θεολόγος.

Καταγόταν από από την Αριανζό, μία κοινότητα πλησίον της πόλης Ναζιανζού στην Μικρά Ασία. Γεννήθηκε μεταξύ των ετών 328-330 μ.Χ. Ήταν μέλος μίας αγίας οικογένειας∙ ο πατέρας του Γρηγόριος, Επίσκοπος Ναζιανζού, η μητέρα του Νόννα, η αδελφή του Γοργονία και ο αδελφός του Καισάριος ο ιατρός τιμώνται, επίσης, ως Άγιοι της Εκκλησίας μας.

Ο Γρηγόριος έμαθε τον Χριστιανισμό από τη μητέρα του Νόννα. Διδάχθηκε τα πρώτα γράμματα από τον εξάδελφο του Καρτέριο και το θείο του Αμφιλόχιο. Για την περαιτέρω μόρφωσή του φοίτησε στην Καισάρεια της Καππαδοκίας, στην Παλαιστίνη, στην Αλεξάνδρεια και στην Αθήνα, όπου παρέμεινε για αρκετά χρόνια.

Αξίζει να σημειωθεί ότι κατά διάρκεια των σπουδών του γνώρισε μεγάλους εκκλησιαστικούς άνδρες• στην Καισάρεια τον Μέγα Βασίλειο, με τον οποίο, μετέπειτα, σύναψε σχέσεις ισχυρής και αρραγούς φιλίας, και στην Αλεξάνδρεια τον Μέγα Αθανάσιο και τον Μέγα Αντώνιο.

Μετά τις πολυετείς σπουδές του, το 359 επέστρεψε στη πατρίδα του, όπου εργάστηκε ως ρητοροδιδάσκαλος. Επειδή, όμως, είχε έφεση προς την ησυχία, σύντομα διαπίστωσε ότι η ζωή στον κόσμο δεν τον ικανοποιούσε, γι’ αυτό και πήρε την απόφαση να ασκητέψει στην έρημο. Μετέβη, λοιπόν, στον Πόντο, κοντά στον Ίρι ποταμό, στο κτήμα όπου ήδη ασκήτευε ο Βασίλειος. Έτσι, μαζί, πλέον, οι δύο φίλοι επιδόθηκαν στην άσκηση για να ζήσουν, ό,τι η ψυχή τους ποθούσε περισσότερο. Ακόμη, παράλληλα με την άσκηση, μελέτησαν τα θεολογικά γράμματα, φιλοτέχνησαν τη Φιλοκαλία, αλλά και συνέταξαν διάφορους κανόνες που ρυθμίζουν τη μοναχική ζωή.

Λίγο αργότερα, μεταξύ των ετών 361-362, ο Γρηγόριος γύρισε στην πατρίδα του, λόγω της αδυναμίας του πατέρα του να αντιμετωπίσει την έξαρση των αιρέσεων, όπου και πείσθηκε να χειροτονηθεί ιερέας, ώστε να συμβάλει στο δύσκολο έργο, που είχε να φέρει εις πέρας ο γηραιός πατέρας του. Ωστόσο, λόγω των δυσχερειών, δεν παρέμεινε για αρκετό καιρό, καθώς τον επόμενο χρόνο αναχώρησε για το ασκητήριο του στον Πόντο, όπου βρισκόταν ο φίλος του Βασίλειος. Ο Βασίλειος, βλέποντας το Γρηγόριο να υποχωρεί, κάτω από το βάρος των νέων του καθηκόντων και του ανελέητου πολέμου των αιρετικών, φιλοξένησε το φίλο του, ωσότου μπορέσει ν’ ανακτήσει τις δυνάμεις, που θα του επέτρεπαν να συνεχίσει το έργο του. Πράγματι, όταν ο Γρηγόριος βρήκε το κουράγιο, επέστρεψε στην Ναζιανζό, όπου εργάστηκε με ζήλο και πολύ ενδιαφέρον για το ποίμνιό του, καταφέρνοντας, τελικά, να ελκύσει και πάλι στην Εκκλησία πιστούς, που πλανήθηκαν από την αίρεση του Αρείου.

Μάλιστα, όταν ο Βασίλειος αντιμετώπισε δυσκολίες, λόγω της κακής συμπεριφοράς του Ευσεβίου Καισαρείας, ο Γρηγόριος ανταπέδωσε τη συμπαράσταση, μένοντας με το φίλο του στο ησυχαστήριο του Πόντου, μέχρι που απέθανε ο Ευσέβιος. Τότε, ο Γρηγόριος έπεισε το φίλο του να επιστρέψει στην Καισάρεια ως υποψήφιος Επίσκοπος. Η παρουσία του στην πόλη, όμως, προκάλεσε σφοδρές αντιδράσεις, γι’ αυτό και ο Βασίλειος ειδοποίησε το Γρηγόριο να προστρέξει προς υποστήριξή του. Ο Γρηγόριος, παρόλο που στην αρχή προβληματιζόταν, πείσθηκε από τον πατέρα του να μεταβεί στην Καισάρεια, για να βοηθήσει το Βασίλειο.

Έτσι, μετά την άφιξή του στην πόλη, το 372, ο φίλος του Βασίλειος και ο πατέρας του, τον χειροτόνησαν Επίσκοπο Σασίμων, παρά τη θέλησή του, προκειμένου ο Βασίλειος να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά τις ενέργειες του Αυτοκράτορα Ουάλεντου. Ωστόσο, λόγω της ιδιοσυγκρασίας του, ο Γρηγόριος δεν θέλησε να εμπλακεί στη διαμάχη του Βασιλείου με τον Ουάλεντο, γι’ αυτό και επέστρεψε στην πατρίδα του, όπου συνεργάστηκε με τον πατέρα του μέχρι το 374, χρονιά κατά την οποία κοιμήθηκε τόσο ο γηραιός πατέρας του Γρηγόριος, όσο και η μητέρα του Νόννα.

Τη Ναζιανζό υπηρέτησε, για λίγο ακόμη χρονικό διάστημα, μέχρι που αντιλήφθηκε ότι οι κάτοικοι της πόλης καθυστερούσαν την εκλογή νέου Επισκόπου, με σκοπό να τον αναδείξουν Επίσκοπο της πόλης. Επειδή όμως δεν ήθελε να αναλάβει την έδρα, αποσύρθηκε στην Ιερά Μονή της Αγίας Θέκλας, στη Σελεύκεια, για να ησυχάσει. Ωστόσο την ησυχία του διατάραξε ο θάνατος του φίλου του Βασιλείου. Τόσο πολύ συγκλονίστηκε ο Γρηγόριος, ώστε έφθασε στο σημείο να λέγει πως «μία μοι των κακών λύσις, ο θάνατος».

Βέβαια, όταν η Σύνοδος, που έγινε στην Αντιόχεια το 379, αποφάσισε την αποστολή του στην Κωνσταντινούπολη ανταποκρίθηκε με θέρμη, διότι οι αιρετικοί έπνιγαν κάθε φωνή Ορθοδοξίας, τόσο στον εκκλησιαστικό, όσο και στον πολιτειακό χώρο της περιοχής. Ευτυχώς, στην αρχή δεν ελήφθη σοβαρά υπόψη η παρουσία του, γι’ αυτό και μπόρεσε να μετατρέψει ένα δωμάτιο σε εκκλησάκι, ώστε να λειτουργεί και να κηρύσσει. Με τη πάροδο του χρόνου οι πιστοί που συνέρρεαν για να λειτουργηθούν, αλλά και για να ακούσουν του λόγους του Γρηγορίου ολοένα και αυξάνονταν, ώστε να μην τους χωράει, πλέον, το μικρό εκείνο εκκλησάκι. Γι’ αυτό διεύρυναν το χώρο και του έδωσαν το όνομα Αγία Αναστασία (αφού εκεί αναστήθηκε ο ορθόδοξος λόγος). Σ’ αυτό, επίσης, το ναό εκφώνησε ο Γρηγόριος τους πέντε περίφημους και απαράμιλλους σε θεολογικό περιεχόμενο λόγους του.

Η ανάσταση της Ορθοδοξίας στην Κωνσταντινούπολη, όμως, δεν ενόχλησε μόνο τους αιρετικούς, αλλά έδωσε και την ευκαιρία σε ματαιόδοξους συνεργάτες του Γρηγορίου να κινηθούν προς κατάληψη του αρχιεπισκοπικού θρόνου της Πόλης, πριν ο λαός απαιτήσει την άνοδο του Γρηγορίου. Τα λυπηρά αυτά γεγονότα, όμως, πλήγωσαν ιδιαίτερα τον Άγιο Γρηγόριο, διότι σημειώθηκαν, όχι από αιρετικούς, αλλά από δικούς του ανθρώπους, γι’ αυτό, και πάλι, αναγκάστηκε να πάρει το δρόμο της φυγής. Ο λαός, όμως, επειδή τον αγαπούσε πολύ, τον παρακάλεσε με θέρμη να επιστρέψει. Τότε, ο αυτοκράτορας Θεοδόσιος, εις ένδειξη εκτίμησης και από μέρους του, παρέδωσε τον Καθεδρικὸ Ναὸ στους Ορθοδόξους, ώστε να μπορεί να επιτελείται το εκκλησιαστικό έργο κατά τρόπο απρόσκοπτο και εποικοδομητικό προς δόξαν Χριστού.

Το μέγεθος της προσωπικότητας του Γρηγορίου και το σπουδαίο ποιμαντικό έργο, που επιτελούσε, ενέπνευσε το λαό να τον προωθήσει στον Αρχιεπισκοπικό θρόνο. Ο Γρηγόριος αρνήθηκε, βέβαια, λέγοντας ότι η Σύνοδος θα πρέπει ν’ αποφασίσει ποιός θα αναλάβει το θρόνο της Κωνσταντινούπολης. Έτσι, όταν το 381, ο Αυτοκράτορας Θεοδόσιος συνεκάλεσε στην Πόλη τη Β΄ Οικουμενική Σύνοδο, μεταξύ άλλων αποφάσεων, η Σύνοδος ανακήρυξε το Γρηγόριο Αρχιεπίσκοπο Κωνσταντινουπόλεως. Η απόφαση αυτή, όμως, πυροδότησε νέες αντιδράσεις απ’ όσους τον αντιπαθούσαν και απ’ οσους ορέγονταν την έδρα της Κωνσταντινούπολης. Γι' αυτό έβρισκαν ή επινοούσαν διάφορες αφορμές, ώστε να εξαναγκάσουν το Γρηγόριο να παραιτηθεί• ελεγαν, για παράδειγμα, ότι η ανακήρυξη του ως Αρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως ήταν αντικανονική, επειδή διατελούσε, δήθεν, Επίσκοπος Σασίμων. Ασφαλώς, το επιχείρημά τους στερείτο σοβαρότητας, διότι ο Γρηγόριος ποτέ δεν λειτούργησε εκεί.

Τελικά, λόγω των σφοδρών αντιδράσεων, ο Γρηγόριος πήρε την απόφαση να αποχωρήσει από την Κωνσταντινούπολη, για να μην προκληθεί περαιτέρω ζημιά στην Εκκλησία. Έτσι, αφού είπε, ενώπιων της Συνόδου, πως αν πραγματικά είναι υπαίτιος των κακών, ας πάθει ό,τι και ο Προφήτης Ιωνάς, ανεχώρησε για την πατρίδα του.

Ασφαλώς, όταν έφθασε στη Ναζιανζό δεν παρέδωσε τα όπλα, αλλά πάλι ενδιαφέρθηκε με θέρμη για τους πιστούς της πατρίδας του. Αντιμετώπισε, λοιπόν, και εκδίωξε τους πάσης φύσεως αιρετικούς, υψώνοντας το ανάστημά του, ως κορυφαίος Θεολόγος και άριστος φιλόσοφος.

Ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος κοιμήθηκε στις 25 Ιανουαρίου του 390/391.

Η τίμια κάρα του φυλάσσεται στην Ιερά Μονή Βατοπαιδίου, στο Άγιον Όρος.

Η Ορθόδοξη Εκκλησία τιμά τη μνήμη του στις 25 Ιανουαρίου, ημέρα της κοιμήσεώς του, ενώ στις 30 Ιανουαρίου συνεορτάζεται μαζί με το Μέγα Βασίλειο και τον Άγιο Ιωάννη το Χρυσόστομο.

Απολυτίκιο
«Ὁ ποιμενικός αὐλός τῆς θεολογίας σου, τάς τῶν ρητόρων ἐνίκησε σάλπιγγας• ὡς γάρ τά βάθη τοῦ Πνεύματος ἐκζητήσαντι, καί τά κάλλη τοῦ φθέγματος προσετέθη σοι. Ἀλλά πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ, Πάτερ Γρηγόριε, σωθῆναι τάς ψυχάς ἡμῶν».

Παναγιώτης Θεοδώρου, Θεολόγος

Αναδημοσίευση από: Εκκλησία της Κύπρου

Σάββατο 24 Ιανουαρίου 2026

24/01: Άγιος Νεόφυτος ο Έγκλειστος

Εξέχουσα θέση στη χορεία των αγίων της Εκκλησίας µας έχει ο αναχωρητής Άγιος Νεόφυτος ο Έγκλειστος. Μια μορφή που αγιάζει την Πάφο και τους προσκυνητές του ασκητηρίου του, που το επισκέπτονται από όλη την Κύπρο.

Ο Άγιος Νεόφυτος γεννήθηκε το 1134 στα Λεύκαρα. Σε ηλικία 18 ετών εγκατέλειψε τους γονείς του και το γάμο που του ετοίμαζαν και αναχώρησε για τη Μονή του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου στους πρόποδες του Πενταδάκτυλου, µε σκοπό να γίνει μοναχός γιατί έβλεπε το μάταιο του κόσμου τούτου, όπως ο ίδιος αφηγείται.

Στη Μονή του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, έμαθε τα πρώτα γράµµατα, γιατί όταν πήγε εκεί ήταν εντελώς αναλφάβητος, και αποστήθισε ολόκληρο το Ιερό Ψαλτήριο.

Στο Μοναστήρι του ανέθεσαν το διακόνηµα του εκκλησιάρχη και έτσι ερχόταν σε επαφή µε πολύ κόσμο, πράγμα που το δυσαρεστούσε. Έτσι μετά από επτά χρόνια παραμονής του εκεί, αποφάσισε να φύγει για πιο ήσυχο τόπο. Διάλεξε τους Αγίους Τόπους, τους οποίους και επισκέφθηκε, προσκύνησε τον Παν άγιο Τάφο και µη βρίσκοντας κατάλληλο τόπο για άσκηση, επέστρεψε στην Κύπρο, µε σκοπό να πάει στο όρος Λάτρους στη Μικρά Ασία.

Στο λιμάνι της Πάφου οι τότε κρατικοί υπάλληλοι τον ταλαιπώρησαν γι' αυτό και άλλαξε γνώμη και αποφάσισε να μείνει στην Κύπρο. Επισκέφθηκε τον Μελισσόβουνο που βρίσκεται βορειοδυτικά της πόλης της Πάφου, βρήκε ένα μικρό σπήλαιο και έμεινε εκεί τέσσερις μήνες, για να βεβαιωθεί ότι ο τόπος είναι ήσυχος. Αφού βεβαιώθηκε για το απόμερο του τόπου, εγκαταστάθηκε οριστικά στο σπήλαιο το οποίο ονόμασε Εγκλείστρα και το αφιέρωσε στον Τίμιο Σταυρό. Αργότερα μεγάλωσε την Εγκλείστρα και τη χώρισε σε Ναό, Τράπεζα και άλλα βοηθητικά μέρη και τα αγιογράφησε.

Η φήμη της αγιότητας του Νεοφύτου έφθασε σε όλα τα μέρη της Κύπρου και η Εγκλείστρα έγινε προσκύνημα για πολλούς πιστούς. Ο άγιος ποτέ δεν έφυγε από την Εγκλείστρα του, μάλιστα όταν οι επισκέπτες άρχισαν να πληθαίνουν, ανέβηκε πιο ψηλά σε άλλο σπήλαιο και συμβούλευε από εκεί. Παρά το γεγονός όμως ότι δεν έφυγε ποτέ από το ασκητήριό του, είχε πλήρη εικόνα των γεγονότων της εποχής του, τα οποία και κατέγραψε. Οι πληροφορίες του είναι και ακριβείς και σημαντικές για τα γεγονότα της εποχής εκείνης και τον καθιστούν ένα από τους σημαντικότερους ιστορικούς των χρόνων του. Ανάμεσα σ' άλλα µας πληροφορεί για την πτώση της Ιερουσαλήμµ από το στρατό του Σαλαδίνου το 1187, θρηνεί για την πτώση της Κωνσταντινούπολης από τους Φράγκους το 1204, ζει και υποφέρει από τα δεινά που έπληξαν την Κύπρο µε τον αποστάτη τύραννο Ισαάκιο Κοµνηνό και την παράδοση της Κύπρου στο Ριχάρδο το Λεοντόκαρδο, το 119-1, την πώληση της μετά από λίγο στους Ναίτες και τους Λουζινιανούς και την αρχή της Φραγκοκρατίας στην Κύπρο.

24/01: Η Αγία Ξένη


Η Αγία Ξένη καταγόταν από τη Ρώμη και από γενιά τιμημένη και εύπορη. Οι γονείς της επιθυμούσαν αν την νυμφεύσουν. Ενώ όμως είχαν τα πάντα ετοιμασθεί για τον γάμο, εκείνη εγκατέλειψε τη νυφική παστάδα, παίρνοντας μαζί της και δύο πιστές της θεραπαινίδες και διά θαλάσσης έφθασε στην πόλη των Μυλασών. Στα Μύλασα μάλλον πήγε και εγκαταστάθηκε, ύστερα από συμβουλή του μακαρίου μοναχού Παύλου, ο οποίος εμφανίστηκε στην Οσία μετά από θείο φωτισμό, όταν εκείνη πέρασε από την Αλεξάνδρεια και έγινε ο πνευματικός της καθοδηγητής. Στην πόλη των Μυλασών, η Οσία Ξένη έκτισε ιερό ναό προς τιμήν του Πρωτομάρτυρος Στεφάνου. Εκεί κτίσθηκαν και κελιά όπου διέμεναν η Ξένη, οι δύο θεραπαινίδες και λίγες άλλες παρθένες. Η Οσία Ξένη, αφού διήλθε την ζωή της θεοφιλώς και οσίως, κοιμήθηκε με ειρήνη. Όταν παρέδωσε την αγία της ψυχή στον Θεό, ενώ ο ήλιος φώτιζε την γη, φάνηκε στον ουρανό Σταυρός, που τον σχημάτιζαν αστέρες. Τουν ουράνιο αυτό Σταυρό τον περιέκλειε χορός αστέρων, σαν να ήταν, καθώς φαίνεται, στεφάνι της Οσίας Ξένης, με το οποίο την επιβράβευε ο Θεός για τις νηστείες της, τις αγρυπνίες της και την αγνότητα του σώματος και της ψυχής.

Αναδημοσίευση από: Άγιοι και Εκκλησία

Ακούστε το απολυτίκιον της Αγίας Ξένης:




Τετάρτη 21 Ιανουαρίου 2026

21/01: Σύναξη της Υπεραγίας Θεοτόκου της Παραμυθίας

Βιογραφία
Το έτος 807 μ.Χ. κατά την ημέρα αυτή και ενώ ο ηγούμενος της Μονής Βατοπαιδίου ήταν μέσα στο ναό, άκουσε ξαφνικά μέσα από την εικόνα τη φωνή της Θεοτόκου, που του είπε να μην ανοίξουν εκείνη την ημέρα τις πύλες της μονής, επειδή παραμόνευαν οι πειρατές. Έκπληκτος ο ηγούμενος είδε αμέσως ότι το πρόσωπο της Θεοτόκου έγινε ζωντανό, ομοίως και του βασταζόμενου στην αγκαλιά της Ιησού Χριστού, ο οποίος σήκωσε το δεξί του χέρι και πήγε με αυτό να καλύψει το στόμα της Παναγίας. Αλλά αμέσως η Παντάνασσα κράτησε το χέρι του Μονογενούς Υιού της και προς τούτο έκλινε δεξιότερα το πρόσωπό της και σχεδόν είπε τους ίδιους λόγους.

Ο ηγούμενος αμέσως κάλεσε τους μοναχούς, οι οποίοι θαύμασαν το γεγονός και διαπίστωσαν ότι η εικόνα είχε λάβει άλλη μορφή και σχηματισμό διαφορετικό.


Πηγή: Ορθόδοξος Συναξαριστής

Τρίτη 20 Ιανουαρίου 2026

20/01: Ο Άγιος Ευθύμιος

Ο άγιος Ευθύμιος (377-473) γεννήθηκε στη Μελιτηνή της Αρμενίας από γονείς που είχαν μεγάλη πίστη και θεάρεστη ζωή, τον Παύλο και τη Διονυσία. Καθότι η μητέρα του ήταν στείρα έλαβε το όνομα Ευθύμιος από τους γονείς του για τη χαρά και ευθυμία που ένιωσαν για τη γέννησή του.Σε ηλικία τριών χρόνων έχασε τον πατέρα του, αλλά η μητέρα του διατήρησε την ψυχική της δύναμη και προστάτευσε το παιδί της.

Ο επίσκοπος Ευτρώιος διέκρινε τα χαρίσματα του παιδιού και το προστάτευσε. Αφού σπούδασε ο Ευθύμιος, χειροτονήθηκε διάκονος και κατόπιν ιερέας και μάλιστα κρίθηκε κατάλληλος να διευθύνει το μοναστήρι της Μελιτηνής. Έζησε ασκητικά κοντά στη Λαύρα της Φαράν, όπου γνωρίστηκε με τον όσιο Θεόκτιστο. Έζησαν και οι δυο τους στην έρημο. Κατά το πρότυπό της Λαύρας της Φαράν ιδρύθηκαν εκεί πολλά μοναστήρια με την επίβλεψή τους. Συμβούλευε τους μοναχούς να μην έχουν δικό τους θέλημα, να κρατούν στην κορυφή την ταπεινοφροσύνη και την υπακοή, να περιμένουν και να μεριμνούν πάντοτε για την ώρα του θανάτου και τη φοβερή της κρίσεως ημέρα.

Τα πολλά χαρίσματα του αγίου Ευθυμίου τράβηξαν κοντά του πλήθος ανθρώπων. Αξιώθηκε από το Θεό να μη βλάπτεται από τα σαρκοβόρα και φαρμακερά θηρία που είχε δίπλα του. Επίσης, έθρεψε θαυματουργικά τετρακόσιους Αρμένιους που πέρασαν από το μοναστήρι του. Ακόμη, αξιώθηκε να απολαμβάνει την κοινωνία και μετάληψή του Αγίου Πνεύματος, να τον καταυγάζει θείο φως και να ‘χει το διορατικό χάρισμα.

Την εποχή που οι αιρετικοί αλώνιζαν παντού ο όσιος στήριξε λαϊκούς και μοναχούς στην ορθή πίστη. Ελάχιστοι έμειναν αμετακίνητοι στην Ορθοδοξία. Ανάμεσά τους και οι μοναχοί του αγίου, που έμειναν πιστοί και στην Δ’ Οικουμενική Σύνοδο της Χαλκηδόνας (451) και η στάση τους δικαιώθηκε. Ο άγιος Ευθύμιος με ιεραποστολική εργασία χριστιανικού φωτισμού μεταξύ των αραβικών πληθυσμών οδήγησε στη χριστιανική πίστη πολλούς από τους Σαρακηνούς (Άραβες) και καταπολέμησε τις αιρέσεις των Νεστοριανών, Μονοφυσιτών και Μανιχαίων. Η αυτοκράτειρα Ευδοκία, σύζυγος Θεοδοσίου του Β’, που έκλινε προς το μονοφυσιτισμό επανήλθε στους κόλπους της ορθόδοξης Εκκλησίας, αφού πείστηκε από τον Ευθύμιο.

Η Εκκλησία γιορτάζει τη μνήμη του στις 20 Ιανουαρίου.

Απολυτίκιο
Ευφραίνου έρημος η ου τίκτουσα, ευθύμησον η ουκ ωδίνουσα. ότι επλήθυνέ σοι τέκνα, ανήρ επιθυμιών των του Πνεύματος, ευσεβεία φυτεύσας, εγκρατεία εκθρέψας, εις αρετών τελειότητα. Ταις αυτού ικεσίαις, Χριστέ ο Θεός, σώσον τας ψυχάς ημών.

Αναδημοσίευση από: Ενοριακά Νέα