Τα νέα του Ιερού Ναού μας για τον Αύγουστο

1. Δεκαπεντεύγουστος
Μέχρι και τις 15 Αυγούστου στην Εκκλησία Παναγίας Αγίας Νάπας καθημερινά θα έχουμε Θεία Λειτουργία και κάθε βράδυ ο εσπερινός και η Παράκλησις στην Παναγία 6:30 – 7:30μ.μ
8:30 – 9:30μ.μ θα ψάλλεται καθημερινά δεύτερη φορά η Παράκλησις στην Υπεραγία Θεοτόκο Για να γράψετε ονόματα για Παράκληση, να αποτείνεστε στο παγκάρι.

4. Κατά το μήνα Αύγουστο ο Εσπερινός αρχίζει στις 6:30μ.μ. Ο Όρθρος τις Κυριακές στις 6:30π.μ.-9:45π.μ., και τις καθημερινές 6:30π.μ - 8:30π.μ
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΔΙΔΑΚΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΔΙΔΑΚΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 17 Ιουνίου 2026

Η παρουσία του Θεού


Στὸ πανεπιστήμιο ὑπῆρχε ἕνας καθηγητὴς μὲ φήμη γιὰ τὴν ἐχθρότητά του πρὸς τὴν χριστιανικὴ πίστη. Στὸ πρῶτο μάθημα τοῦ πρώτου ἑξαμήνου, ἐὰν ὑπῆρχε ἀνάμεσα στοὺς φοιτητὲς κάποιος θρησκευόμενος, ἐπιχειροῦσε νὰ χλευάσει τὴν πίστη του. Ρώτησε λοιπὸν τοὺς φοιτητές:

- Τὰ πάντα εἶναι δημιουργήματα τοῦ Θεοῦ;

Ἕνας φοιτητὲς μὲ βεβαιότητα εἶπε:

- Μάλιστα, κύριε καθηγητά.

Ὁ καθηγητὴς εἶπε:

- Ἀφοῦ τὰ πάντα δημιούργησε ὁ Θεός, τότε καὶ τὸ Κακὸ εἶναι δικό του δημιούργημα καὶ σύμφωνα μὲ τὴν ἀρχὴ ὅτι τὰ ἔργα μας καθορίζουν τί εἴμαστε, ὁ Θεὸς εἶναι τὸ Κακό.

Ὁ φοιτητὴς δὲν εἶχε νὰ πεῖ τίποτα καὶ ὁ καθηγητὴς ἱκανοποιημένος μὲ τὸν ἑαυτό του εἶπε στοὺς φοιτητὲς πὼς ἡ πίστη στὸ Θεὸ εἶναι μύθος.

Ἕνας φοιτητὴς σήκωσε τὸ χέρι του καὶ εἶπε:

- Κύριε καθηγητά, μπορῶ νὰ σᾶς ρωτήσω κάτι;

- Βεβαίως, ἀπάντησε ὁ καθηγητής.

- Κρύο ὑπάρχει, κύριε καθηγητά;

- Τί ἐρώτηση εἶναι αὐτή; Βεβαίως ὑπάρχει. Ποτὲ δὲν ἔνιωσες κρύο;

Οἱ φοιτητὲς γέλασαν μὲ τὴν ἐρώτηση τοῦ συμμαθητῆ τους.

Ὅμως ὁ φοιτητὴς συνέχισε:

- Στὴν πραγματικότητα, ὅμως κρύο δὲν ὑπάρχει. Σύμφωνα μὲ τοὺς νόμους τῆς φυσικῆς, ἐκεῖνο ποὺ ἐμεῖς θεωροῦμε κρύο εἶναι ἀπουσία θερμότητας. Τὸ ἀπόλυτο «μηδέν» (-460 βαθμοὺς Fahrenheit ἢ -273 Celsius) εἶναι ἡ πλήρης ἀπουσία θερμότητας. Κρύο δὲν ὑπάρχει. Ἐμεῖς δημιουργήσαμε αὐτὴ
τὴ λέξη γιὰ νὰ περιγράφουμε τί νιώθουμε ὅταν δὲν ὑπάρχει θερμότητα.

Μετὰ ὁ φοιτητὴς συνέχισε:

- Τί λέτε, κύριε καθηγητά, σκοτάδι ὑπάρχει;

- Βεβαίως ὑπάρχει, ἀπάντησε ὁ καθηγητής.

- Ὄχι κύριε καθηγητά, καὶ σκοτάδι δὲν ὑπάρχει. Στὴν πραγματικότητα τὸ σκοτάδι εἶναι ἀπουσία φωτός. Ἐμεῖς μποροῦμε νὰ ἐρευνοῦμε τὸ φῶς, ἀλλὰ δὲν μποροῦμε τὸ σκοτάδι. Μποροῦμε νὰ χρησιμοποιήσουμε τὴν πρίσμα τοῦ Νεύτωνα γιὰ νὰ ἀποσυνθέσουμε τὸ φῶς σὲ ἄλλα χρώματα καὶ νὰ ἐρευνήσουμε τὸ μῆκος κύματος τοῦ κάθε χρώματος. Ὅμως δὲν μποροῦμε νὰ μετρήσουμε καὶ νὰ ἀποσυνθέσουμε τὸ σκοτάδι. Ἡ ἀκτίνα τοῦ φωτὸς μπορεῖ νὰ μπεῖ στὸ σκοτάδι καὶ νὰ τὸ φωτίζει. Πῶς μπορεῖτε νὰ μετρήσετε σὲ τί βαθμὸ εἶναι σκοτάδι; Μόνο μετρώντας τὸ ποσοστὸ τοῦ φωτός. Δηλαδή, τὸ σκοτάδι εἶναι μία ἔννοια τὴν ὁποία οἱ ἄνθρωποι χρησιμοποιοῦν γιὰ νὰ περιγράψουν τῆς καταστάσεις ὅταν ἀπουσιάζει τὸ φῶς.

Καὶ μετὰ ὁ φοιτητὴς ρώτησε:

- Κύριε καθηγητά, Κακὸ ὑπάρχει;

Ὁ καθηγητὴς ἀπάντησε μέ, ὄχι καὶ μεγάλη, βεβαιότητα:

- Δὲν εἶναι Κακὸ αὐτὸ ποὺ βλέπουμε καθημερινά; Ἡ σκληρότητα μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων, πολλὰ ἐγκλήματα καὶ βία παντοῦ στὸν κόσμο, ὅλα αὐτὰ κατὰ τὴ γνώμη μου εἶναι παραδείγματα ποὺ ἀποδεικνύουν ὅτι ὑπάρχει Κακό.

- Κακὸ δὲν ὑπάρχει, κύριε καθηγητά. Τὸ Κακὸ εἶναι ἁπλὰ ἀπουσία Θεοῦ. Εἶναι μία λέξη ποὺ μοιάζει τὸ κρύο καὶ τὸ σκοτάδι, δηλαδὴ λέξη ποὺ οἱ ἄνθρωποι ἐπινόησαν γιὰ νὰ περιγράφουν τὴν ἀπουσία Θεοῦ. Ὁ Θεὸς δὲν δημιούργησε τὸ Κακό. Τὸ Κακὸ δὲν εἶναι σὰν τὴν ἀγάπη, ποὺ ὑπάρχει ὅπως ἡ θερμότητα καὶ τὸ φῶς. Τὸ Κακὸ εἶναι ἀποτέλεσμα ἀπουσία στὴν καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου θεϊκῆς ἀγάπης. Εἶναι σὰν τὸ κρύο ποὺ ἔρχεται ὅταν ἀπουσιάζει ἡ θερμότητα, ἢ σὰν τὸ σκοτάδι ποὺ ἔρχεται ὅταν δὲν ὑπάρχει φῶς.

Καὶ ὁ καθηγητὴς δὲν εἶχε νὰ ἀπαντήσει τίποτα.

Σάββατο 16 Μαΐου 2026

Ποιος έφτιαξε τον Θεό;

Ένας νέος πήγε σ’ έναν σοφό γέροντα και τον παρακάλεσε θερμά: Πώς είναι ο Θεός; Υπάρχει Θεός; Ειπέ μου, σε παρακαλώ! Εσύ το πιστεύεις ότι υπάρχει Θεός;

-Και βέβαια το πιστεύω, του απάντησε ο γέροντας.
-Και ότι ο Θεός δημιούργησε τον κόσμο, το πιστεύεις κι αυτό;
-Και βέβαια, το πιστεύω.
-Και τον Θεό ποιος τον έφτιαξε;
-Εσύ, του απάντησε σοβαρά και ξερά ο γέροντας.

Ο νεαρός σοκαρίστηκε με την απάντηση του γέροντα. Τον ρώτησε και πάλι λοιπόν: Γέροντα, εγώ σε ρωτάω σοβαρά, του είπε. Κι εσύ μου λες πως εγώ έφτιαξα το Θεό.

-Μα κι εγώ σοβαρά σου μιλάω, του απάντησε ο γέροντας. Πολύ σοβαρά. Και πρόσεξε γιατί. Εσύ μ’ όλ’ αυτά που με ρωτάς, δείχνεις πως δεν ψάχνεις να βρεις το Θεό όπως είναι. Εσύ ψάχνεις να βρεις έναν Θεό όπως τον θέλεις εσύ, όπως τον φαντάζεσαι εσύ, κομμένον στα μέτρα σου. Αυτόν τον Θεό λοιπόν θα τον έχεις φτιάξει εσύ. Δεν θα είναι ο αληθινός Θεός. Και πρόσθεσε ο άγιος αυτός γέροντας:
-Ψάξε να βρεις τον αληθινό Θεό, παιδί μου. Να Τον δεχτείς όπως είναι. Μην Τον θέλεις όπως εσύ τον φαντάζεσαι.

Προσπάθησε να γίνεις εσύ όπως σε θέλει ο Θεός. Προσπάθησε να Τον καταλάβεις όπως είναι. Και ν’ αγαπήσεις το θέλημά Του, όπως είναι.

Αναδημοσίευση από: Βήμα Ορθοδοξίας

Σάββατο 25 Απριλίου 2026

Η ιστορία της Ταξιαρχούλας

Πάνε αρκετά χρόνια από τότε που η Κατερίνα Λ. έμεινε έγκυος...

Η αγωνία μεγάλη γιατί είχε μια ηλικία που οι γυναικολόγοι προτείνουν να γίνει προγεννητικός έλεγχος για πιθανές γενετικές ανωμαλίες....

Η λαχτάρα να αποκτήσει παιδί ήταν μεγάλη και έτσι η παρηγοριά της ήρθε από τη προσευχή και ειδικά προς τον Αρχάγγελο Μιχαήλ που είναι ο προστάτης του νησιού της Λέσβου εδώ και χρόνια... και της οικογενείας της.

Συχνά από την αρχή της εγκυμοσύνης είχε επισκεφτεί τον Ταξιάρχη στο Μανταμάδο και παρακαλούσε για την καλή έκβαση της εγκυμοσύνης ο γιατρός επέμενε για το προγεννητικό έλεγχο και έτσι έκλεισαν την ημερομηνία της λήψης του αμνιακού υγρού. Δεν άργησαν να βγουν τα αποτελέσματα που ήταν καταπέλτης για την Κατερίνα και τον σύζυγο της… το παιδί ήταν αγόρι και είχε γενετικές ανωμαλίες…

Η μάνα δεν το πίστευε, δεν ήθελε να το πιστέψει ότι ο Ταξιάρχης δεν την άκουσε…και με παλικαρίσια προσευχή που έχουν όλοι οι απλοί χριστιανοί άρχισε να τον παρακαλά πιο δυνατά για το παιδάκι της….δεν ήθελε να το ρίξει…ήταν αμαρτία ήξερε…αλλά και από την άλλη πως θα αντέξει εκείνη και ο άντρας της το βάρος της ανατροφής ενός τέτοιου παιδιού;

Ο γυναικολόγος της επέμενε να γίνει το γρηγορότερο η έκτρωση γιατί είχε προχωρήσει η εγκυμοσύνη και θα δυσκολευόταν πολύ μετά….

Έτσι μια Πέμπτη κλείστηκε το ραντεβού για την βεβιασμένη επέμβαση…

Η προσευχή συνεχιζόταν πιο έντονα στον Ταξιάρχη χωρίς να μπορεί η λογική της να βρει με πιο τρόπο θα μπορούσε να τη βοηθήσει…αλλά η καρδιά της το 'χε ανάγκη να τον φωνάζει….αλλιώς θα έσκαγε όπως έλεγε η Κατερίνα.

Την παραμονή το βράδυ βλέπει στον ύπνο της ένα μελαχρινό νέο να της λέει να μη προχωρήσει στην έκτρωση γιατί έχει γίνει λάθος στην εξέταση…..

Με πολύ χαρά ξύπνησε αμέσως και ξύπνησε και τον άντρα της…εκείνος πιο λογικός δεν το πίστεψε και της απάντησε….ευσεβείς πόθοι Κατερίνα μου!!! Επειδή το θέλεις τόσο πολύ γι' αυτό και το είδες το όνειρο….εμείς θα προχωρήσουμε…

Αυτή ήταν και η γνώμη του γιατρού της αλλά η Κατερίνα δεν ήθελε να παρακούσει στο όνειρο…το ήθελε να είναι έτσι!!

Παρόλα αυτά πίστηκε από τον σύζυγο και τον γιατρό και έκλεισαν την επόμενη Πέμπτη πάλι για την έκτρωση…

Η μέρες πέρασαν βασανιστικά γρήγορα και πάλι η προσευχές ήταν το καταφύγιο της μέλλουσας άτυχης μητέρας.

Την παραμονή πάλι της επέμβασης βλέπει στον ύπνο της τον ψηλό μελαχρινό νέο να της λέει αυστηρά και με εξουσία στα λόγια του ότι έχει γίνει λάθος στα αποτελέσματα της εξέτασης και ότι το παιδάκι της είναι κορίτσι θα την ονομάσεις Ταξιαρχούλα και μη τολμήσεις να το ρίξεις γιατί και συ θα κινδυνέψεις πολύ στην επέμβαση αυτή…

Η Κατερίνα έντρομη ξυπνά τον σύζυγο της και του αναφέρει το ολοζώντανο όνειρο της….

Ο διχασμός μεγάλος , τι να κάνουν,

Να ακολουθούσουν τον γιατρό ή τον Άγιο? Είχαν καταλάβει ότι είναι ο Αρχάγγελος ο φύλακας της οικογενείας τους..

Μετά από αρκετή και βασανιστική σκέψη αποφάσισαν να ακούσουν τον Άγιο τους…

Τηλεφώνησαν και ακύρωσαν το ραντεβού παρόλες τις συμβουλές του γιατρού και περίμεναν την επιβεβαίωση των λόγων του Αγίου …

Τελικά το αποτέλεσμα ήταν αυτό που ο Αρχάγγελος τους είχε πει….

Το υγιές πια κοριτσάκι γρήγορα βαφτίστηκε Ταξιαρχούλα και μεγάλωσε χωρίς κανένα πρόβλημα…

Αναδημοσίευση από: Αγιορείτικο Βήμα

Τρίτη 31 Μαρτίου 2026

Έγινα Ορθόδοξος γιατί δεν είχα ομπρέλα!

 Είναι θαυμαστός ο τρόπος με τον οποίο ο Κύριος εμφανίζεται σε όλους τους ανθρώπους καθημερινά και προσκαλεί τον καθένα ξεχωριστά να Τον ακολουθήσει. Πόσοι από εμάς έχουμε ποτέ φαντασθεί τον τρόπο με τον οποίο θα μπορούσε να παρουσιασθεί ο Κύριος σε ανθρώπους του «Δυτικού» κόσμου και να τους καλέσει να ακολουθήσουν το θέλημά Του μέσα στην Oρθόδοξη Εκκλησία; Πόσοι από εμάς προσευχόμαστε για τους ανθρώπους που καθημερινά γνωρίζουν την Oρθοδοξία και αποφασίζουν όχι μόνο να βαπτιστούν αλλά να γίνουν και Λειτουργοί του Oνόματος του Κυρίου;
—————————————————————————————
Ένας από τους ιερείς της ενορίας του Έξετερ(Αγγλία), ο μεγαλύτερος σε ηλικία, μας αφηγήθηκε τη δική του μοναδική ιστορία με την οποία γνώρισε την Oρθοδοξία:
«Ήμουν στο Παρίσι, έβρεχε κι έπρεπε κάπου να πάω για να μείνω στεγνός. Είδα κοντά μου μια πόρτα και μπήκα. Δεν μπορώ να πω ότι είδα το εξωτερικό της εκκλησίας διότι έβρεχε· απλά είδα την πόρτα και μπήκα. Αν δεν έβρεχε, δεν θα έμπαινα! Ανοίγοντας απότομα την εξωτερική πόρτα, παραπάτησα κι έπεσα σε μια άλλη πόρτα, κι έτσι μπήκα στην εκκλησία. Χωρίς να θέλω να ενοχλήσω κανένα, κάθισα πίσω στη γωνία και παρακολουθούσα. Μόλις απέκτησα περισσότερη αυτοπεποίθηση προχώρησα γιατί ήθελα να μάθω τι συμβαίνει, πού βρίσκομαι. Είδα τις εικόνες, τους σταυρούς και σκέφθηκα ότι πρέπει να ήταν εκκλησία. Αναρωτιόμουν αν ήταν Συναγωγή, γιατί δεν είχα δει ποτέ να φορούν τα άμφια με τέτοιο τρόπο. Τα άμφια, το λιβάνι, ολόκληρη η οπτική εντύπωση της ακολουθίας μού άρεσαν και δεν ήθελα να φύγω. Άκουσα τη χορωδία σε τελείως διαφορετική γλώσσα, ούτε καν στα Γαλλικά. Ήταν Σλαβικά. Καθόμουν κι έβλεπα τότε τις εικόνες. Κι αν μου έλεγαν τότε, ότι σε οχτώ χρόνια θα έκανα κι εγώ το ίδιο, ως Διάκος, δεν θα τους πίστευα καθόλου.
Όσο ήμουν στο ναό και έβλεπα τον τρόπο που τελούνταν η ακολουθία, την τάξη που υπήρχε από ιερείς και πιστούς, αισθανόμουν πως εκεί ήταν ο ουρανός, και σκέφθηκα: «Αν υπάρχει Θεός -διότι αναρωτιόμουν ως εκείνη τη στιγμή αν υπήρχε- αυτός είναι ο τρόπος με τον οποίο πρέπει να λατρεύεται». Από τότε στην ενορία μας λένε πως «ο Νικάνωρ μπήκε στο ναό για να προστατευθεί από τη βροχή του ουρανού, και βρέθηκε στον Oυρανό!» Πάντα λέω σε όποιον έρχεται στην Ορθόδοξη Εκκλησία για πρώτη φορά «Μπες στο ναό, προχώρησε στο μέσον της εκκλησίας και θα δεις μπροστά σου τις πύλες του Παραδείσου!» που δεν είναι τίποτε άλλο από το τέμπλο.
Πριν γίνω ορθόδοξος, ήμουν πιστός με την αγγλική έννοια του όρου: ο Θεός ήταν πάντα εκεί! Ήξερα να προσεύχομαι όταν το ήθελα. Επειδή ήμουν και από στρατιωτική οικογένεια, είχα τη νοοτροπία ότι «αν η Αγγλικανική Εκκλησία είναι αρκετά καλή για το Ναυτικό, είναι αρκετά καλή και για μένα!» (Ιf God is good enough for the Royal Navy, then it is good enough for me!). Αυτό ήταν το εύρος της θεολογίας μου!
Γύρισα πίσω στην Αγγλία κι άκουσα ότι στο Λονδίνο υπήρχε ένας επίσκοπος, ο Άντονυ Μπλουμ, αλλά δεν κυνήγησα τα πράγματα. Μια μέρα παρακολουθούσα στην τηλεόραση μια ταινία για τη Γαλλική Eπανάσταση. Τότε το πρόγραμμα της τηλεόρασης τελείωνε τα μεσάνυχτα και υπήρχε η συνήθεια στο BBC να προσκαλούν κάποιον για να κάνει τον επίλογο της ημέρας. Ως επίλογος εκείνης της βραδιάς ήταν κάποιες προσευχές που παρουσίασε ο επίσκοπος Μπλουμ, της Ρώσικης Oρθόδοξης Εκκλησίας. Ήμουν έτοιμος να κλείσω την τηλεόραση, αλλά σκόνταψα στο χαλί που ήταν μπροστά της και έτσι δεν κατάφερα να την κλείσω. Ακούγοντας τις προσευχές παραξενεύτηκα και κάθισα ξανά να δω τη συνέχεια. Τότε ήρθαν στη μνήμη μου οι εικόνες από την εκκλησία στο Παρίσι!
Δεν είχα τη διεύθυνσή του, ωστόσο του έγραψα ένα γράμμα λέγοντάς του «σας άκουσα πριν από μια εβδομάδα στην τηλεόραση και ενδιαφέρομαι να γίνω Oρθόδοξος. Θα μπορούσα κάποια στιγμή να σας συναντήσω». Έγραψα στο φάκελο «Επίσκοπος Άντονυ Μπλουμ, Ρώσικη Εκκλησία, Λονδίνο», δεν ήξερα τίποτε άλλο. Άλλωστε, δεν θα υπήρχαν πολλές τέτοιες εκκλησίες στο Λονδίνο! Τελικά μου απάντησε και τον συνάντησα για ένα ολόκληρο απόγευμα. Αργότερα μου πρότεινε να επικοινωνήσω με κάποιον ιερέα. Είχα επικοινωνία μαζί του μέσω αλληλογραφίας για θέματα Oρθοδοξίας, είχαμε δηλαδή κάτι σαν μαθήματα Oρθοδοξίας δι’ αλληλογραφίας! Συνεχίσαμε αυτή την επικοινωνία για αρκετό καιρό και ένα Πάσχα έγινα Oρθόδοξος, και μετά από λίγα χρόνια Διάκονος».
Από την επικοινωνία με τους Bρετανούς ορθοδόξους, γίνεται εύκολα αντιληπτό πως η αιτία, για την οποία αυτοί οι άνθρωποι γνώρισαν την πραγματική πίστη, ήταν το παράδειγμα κάποιων πιστών και η σωστή διδασκαλία όσων ανέλαβαν να τους κατηχήσουν. Η Oρθοδοξία σε χώρες της Δύσης, αλλά και σε ολόκληρο τον κόσμο, δεν είναι κάτι αυτονόητο. Η ύπαρξή της οφείλεται κυρίως σε ανθρώπους που προσπάθησαν και προσπαθούν να βιώσουν την τελευταία εντολή του Κυρίου: «πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τά έθνη» (Ματθ. 28, 19 ) και να διδάξουν πως ο Χριστός δεν είναι ένα μέσον αποικιοκρατίας, αλλά η πηγή της Ζωής και ο Λυτρωτής του κόσμου.
Η ευθύνη όλων για το πώς θα πρέπει να βιώνουμε την πίστη μας είναι πολύ μεγάλης σημασίας. Είτε το καταλαβαίνουμε είτε όχι, καθημερινά δίνουμε μαρτυρία σε προσωπικό και ενοριακό επίπεδο ως μέλη πάντα του σώματος της Εκκλησίας. Γι’ αυτό και όλοι μας έχουμε ευθύνη αν η λανθασμένη στάση και πρακτική μας γίνεται αιτία άνθρωποι να απομακρύνονται από την εκκλησία, και συνεπώς να μην δοξάζεται αλλά να βλασφημείται το όνομα του Κυρίου (Ρωμ. 2, 24). Η Oρθοδοξία δεν είναι αποκλειστικό προνόμιο των Ελλήνων ή των Ρώσων και Σέρβων. Το «πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τά έθνη» σημαίνει πως κάθε ένας χριστιανός οφείλει να γίνει κήρυκας του Ευαγγελίου και όχι να κρατήσει την αλήθεια για τον εαυτό του. Είναι παραπάνω από σίγουρο πως πρέπει άμεσα να αλλάξουμε στάση ζωής και με τη βοήθεια του Παναγίου Πνεύματος να προσεγγίσουμε την σωστή πίστη στον Χριστό.
Τα λόγια του father John μαρτυρούν την ανάγκη ανίχνευσης μιας γνήσιας αλλά και ασυμβίβαστης Oρθοδοξίας: «Πρέπει να ξαναβρούμε τις Oρθόδοξές μας ρίζες. Δεν εννοώ ότι πρέπει αφελώς να γυρίσουμε το ρολόι και να ζήσουμε σε μια παλιά εποχή. Πρέπει να ξαναβρούμε την Ένωση της Μίας, Αγίας, Oρθόδοξης Εκκλησίας, η οποία είναι το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον μας».
Βασίλης και Κωνσταντίνα Δημητράκη
Έξετερ, Ιούλιος 2003
Ευχαριστίες:
Θα θέλαμε να ευχαριστήσουμε τους Father John Palmer, Father Nicanor και Deacon Peter καθώς και την ενορία του Αγίου Συμεών και Άννας στο Έξετερ για τη συνεργασία τους στη συλλογή του υλικού για το παρόν άρθρο.

Αναδημοσίεση από: Πνευματικά Θησαυρίσματα

Ημερομηνία Ανάρτησης: 10/09/2010

Πέμπτη 12 Μαρτίου 2026

Το νόμισμα της καλοσύνης

Κάποτε ο γνωστός συγγραφέας Ντοστογιέφσκι βγήκε στον απογευματινό του περίπατο.

Ενώ η ημέρα έφθανε στο σούρουπο ένας ζητιάνος άπλωσε το χέρι του και ζητούσε βοήθεια. Ο Ντοστογιέφσκι ψάχνει τις τσέπες του να βρει κανένα κέρμα, αλλά δεν βρίσκει τίποτα. Ψάχνει το ρολόι του να το προσφέρει, αλλά και εκείνο το είχε ξεχασμένο στο σπίτι του.

Ο μεγάλος συγγραφέας κοκκίνισε λίγο στο πρόσωπο και πάνω στην αμηχανία του έσκυψε, φίλησε το χέρι του τυφλού και ψιθύρισε: «Συγχώρα με, καλέ μου άνθρωπε, γιατί αυτή τη στιγμή δεν έχω τίποτα να σου προσφέρω»!

Και ο γέρο ζητιάνος απαντά: «Ευχαριστώ πολύ. Το πήρα! Αυτό που μου έδωσες δεν μπορούσα να το βρω αλλού. Το νόμισμα της καλοσύνης σπάνια το βρίσκω..»

Αναδημοσίευση από: Με παρρησία...

Τρίτη 17 Φεβρουαρίου 2026

Από την έχθρα στη συγχώρηση

Μια αληθινή ιστορία

Όταν η διάσημη δολοφόνος Κάρλα Φαίη Τάκερ εκτελέστηκε στις 3 Φεβρουαρίου του 1998, στο Χάντσβιλλ του Τέξας, μία μικρή ομάδα διαδηλωτών ενάντια στη θανατική ποινή έκαναν μία ολονυχτία με αναμμένα κεριά. Αλλά πολλές περισσότερες εκατοντάδες ήταν εκεί έξω από τη φυλακή για να χαρούν για το θάνατό της. Ένα πανό που κρατούσε κάποιος τα έλεγε όλα: “Είθε ο Παράδεισος να σε βοηθήσει. Είναι τόσο σίγουρο όσο η κόλαση, ότι εμείς δεν θα σε βοηθήσουμε!”

Μέσα στη φυλακή, ωστόσο, ένας άνδρας, ονόματι Ρον Κάρλσον, προσευχόταν για την Κάρλα και όχι στην αίθουσα των μαρτύρων όπου βρίσκονταν οι οικογένειες των θυμάτων της Κάρλα, όπου λογικά θα έπρεπε να είναι, αλλά στο χώρο που η φυλακή παρείχε για την οικογένεια της δολοφόνου.

Έχουν περάσει δύο χρόνια από τότε που γνώρισα τον Ρον και άκουσα το αξιοθαύμαστο ταξίδι του από το μίσος στη συμφιλίωση, αλλά αυτά που μου είπε είναι κολλημένα στο μυαλό μου λες και ήταν χτες: «Λίγο μετά που είχα γυρίσει σπίτι μετά από μία μέρα κοπιαστικής δουλειάς (ήταν 13 Ιουλίου του 1983) χτύπησε το τηλέφωνο. Ήταν ο πατέρας μου. Είπε, “Ρόν, πρέπει να έρθεις αμέσως στο μαγαζί. Έχουμε λόγους να πιστεύουμε ότι η αδελφή σου δολοφονήθηκε.” Έπεσα στο πάτωμα. Δεν μπορούσα να το πιστέψω. Δεν μπορούσα να το πιστέψω ακόμα κι όταν είδα στην τηλεόραση το σώμα της αδελφής μου να το μεταφέρουν έξω από ένα διαμέρισμα. Η Ντέμπορα ήταν αδελφή μου, και με είχε μεγαλώσει. Οι γονείς μου είχαν χωρίσει όταν ήμουν πολύ μικρός, έξη χρονών. Δεν είχα αδελφούς μόνο μία μεγαλύτερη αδελφή και γι’ αυτό η Ντέμπορα ήταν κάτι το πολύ ιδιαίτερο για μένα. Πολύιδιαίτερο.

H Ντέμπορα φρόντιζε πάντα να έχω ρούχα, και να υπάρχει φαγητό στο τραπέζι. Με βοηθούσε στα μαθήματά μου, και με χτυπούσε στα χέρια αν έκανα κάτι λάθος. Είχε γίνει η μητέρα μου.

Τώρα ήταν νεκρή, με δεκάδες μώλωπες από γροθιές σ’ όλο της το σώμα, και την πληγή από σφαίρα στην καρδιά της. Η Ντέμπορα δεν ήταν άνθρωπος που είχε εχθρούς. Απλά βρέθηκε στο λάθος μέρος, την λάθος ώρα. Οι δολοφόνοι είχαν έρθει να κλέψουν ανταλλακτικά μοτοσικλετών από το σπίτι που αυτή έμενε, και όταν ανακάλυψαν τον Τζέρρυ Ντην, τον άνθρωπο με τον οποίο ήταν μαζί, τον χτύπησαν μέχρι θανάτου. Βρίσκονταν κάτω από μεγάλη επήρεια ναρκωτικών. Μετά ανακάλυψαν την Ντέμπορα κι έτσι έπρεπε να την σκοτώσουν κι αυτήν ..».

To Xιούστον ήταν ανάστατο. Οι εφημερίδες περιέγραφαν με πηχυαίους τίτλους το έγκλημα, και η πόλη ζούσε σε φόβο. Μερικές βδομάδες αργότερα οι δολοφόνοι – δύο ναρκομανείς, η Κάρλα Τάκερ και ο Ντάνιελ Γκάρετ – παραδόθηκαν από συγγενείς. Στη συνέχεια δικάστηκαν και καταδικάστηκαν σε θάνατο. Ο Ντάνιελ αργότερα πέθανε στη φυλακή. Ωστόσο ο Ρον δεν αισθανόταν ανακούφιση: «Χάρηκα που συνελήφθηκαν, φυσικά, αλλά ήθελα να τους σκοτώσω εγώ ο ίδιος. Είχα γεμίσει με απόλυτο μίσος, και ήθελα να ισοφαρίσω. Ήθελα να χτυπήσω την καρδιά της Κάρλα όπως εκείνη είχε κάνει στην αδελφή μου».

Ο Ρον λέει ότι από πριν το θάνατο της αδελφής του, είχε πρόβλημα με το ποτό και τα ναρκωτικά, αλλά μετά χειροτέρεψε πολύ. Ένα χρόνο αργότερα και ο πατέρας τους πυροβολήθηκε από ληστές.

«Συχνά μεθούσα, και βυθιζόμουν στα ναρκωτικά όπως LSD και μαριχουάνα και ότι άλλο έβρισκα. Επίσης συνεχώς τσακωνόμουν με τη γυναίκα μου. Ήθελα να σκοτώσω τον εαυτό μου…

Τότε ένα βράδυ, αισθανόμουν ότι δεν άντεχα άλλο, και σκεφτόμουν ότι έπρεπε να κάνω κάτι για το μίσος και την οργή που με πλημμύριζαν. Είχαν γίνει τόσο άσχημα μέσα μου, που ήθελα συνεχώς να κάνω κακό σε αντικείμενα και ανθρώπους. Βάδιζα στο ίδιο μονοπάτι με τους δολοφόνους της αδελφής μου και του πατέρα μου. Εκείνο το βράδυ όμως αποφάσισα να ανοίξω τη Βίβλο, και άρχισα να διαβάζω.

Ήταν αλήθεια παράξενο. Ήμουν κάτω από επήρεια ναρκωτικών και διάβαζα το Λόγο του Θεού! Αλλά όταν έφτασα εκεί που σταύρωσαν τον Ιησού έκλεισα απότομα το βιβλίο. Για κάποιο λόγο με χτύπησε στην καρδιά όπως ποτέ πριν: “Θεέ μου”, σκέφτηκα, “σκότωσαν ακόμα και τον Ιησού!”.

Τότε έπεσα στα γόνατά μου και δεν το είχα κάνει ποτέ πριν αυτό – και ζήτησα από τον Θεό να έρθει στη ζωή μου και να με αλλάξει όπως Εκείνος ήθελε να είμαι, και να είναι Κύριος της ζωής μου. Αυτό ήταν βασικά που συνέβη εκείνο το βράδυ.

Αργότερα διάβασα περισσότερο τη Βίβλο, και μία γραμμή από το Πάτερ Ημών – εκείνη η γραμμή που λέει “συγχώρησέ μας όπως και εμείς συγχωρούμε” – πήδηξε έξω από το κείμενο προς εμένα. Το νόημα φαινόταν καθαρό: “Δεν θα συγχωρηθείς αν δεν συγχωρήσεις.” Θυμάμαι ότι επιχειρηματολογούσα με τον εαυτό μου : “Δεν μπορώ Εγώ να το κάνω αυτό, ποτέ δεν θα μπορούσα να κάνω κάτι τέτοιο”. Και ο Θεός φαινόταν να μου απαντάει αμέσως, “Καλά, Ρον, Εσύ δεν μπορείς. Αλλά μέσω Εμένα μπορείς”.

Δεν πέρασε πολύς καιρός και μία μέρα μιλούσα με ένα φίλο στο τηλέφωνο, και με ρώτησε αν ήξερα ότι η Κάρλα ήταν σε μία φυλακή στην πόλη μας. “Θα πρέπει να πάς εκεί και να της πεις τις σκέψεις σου”, μου είπε. Αυτός ο φίλος δεν ήξερε την πνευματική μου πορεία, και δεν του είπα τίποτα. Αλλά αποφάσισα να πάω να δω την Κάρλα.

Όταν πήγα εκεί και την αντίκρισα της είπα ότι είμαι ο αδελφός της Ντέμπορα. Δεν είπα τίποτα άλλο στην αρχή. Με κοίταξε παράξενα και είπε, “Ποιος είπες ότι είσαι;” Επανέλαβα, αλλά ακόμα με κοιτούσε αποσβολωμένη, σαν να μην πίστευε αυτό που άκουγε. Μετά ξέσπασε σε κλάμα.

Είπα, “Κάρλα, ό,τι και να βγει απ’ αυτό, θέλω να ξέρεις ότι εγώ σε συγχωρώ, και δεν έχω τίποτα εναντίον σου.” Εκείνη τη στιγμή όλο το μίσος και η οργή έφυγε. Ήταν σαν ένα μεγάλο βάρος να σηκώθηκε από τους ώμους μου».

Ο Ρον λέει ότι μίλησε πολύ ώρα με την Κάρλα, και στη διάρκεια της συνομιλίας του ανακάλυψε ότι κι εκείνη, επίσης, πρόσφατα είχε πιστέψει στον Θεό, και ότι η πίστη της είχε αλλάξει τη στάση της για τη ζωή. Ήταν τότε που ο Ρον αποφάσισε ότι έπρεπε να ξαναπάει και να μάθει περισσότερα γι’ αυτήν:

«Στην αρχή απλά ήθελα να πάω και να την συγχωρήσω και να φύγω, αλλά μετά από εκείνη την πρώτη επίσκεψη χρειαζόμουν να πάω ξανά. Ήθελα να ανακαλύψω αν ήταν ειλικρινής για τη χριστιανική πορεία την οποία ισχυριζόταν ότι είχε. Επίσης ήθελα να μάθω γιατί οι άνθρωποι σκοτώνουν, γιατί δολοφονούν ο ένας τον άλλο. Ποτέ δεν το έμαθα αυτό, αλλά έμαθα ότι η Κάρλα ήταν ειλικρινής. Επίσης ανακάλυψα, μέσα από αυτήν, ότι οι άνθρωποιμπορεί να αλλάξουν και ότι ο Θεός είναι ζωντανός.

Η μητέρα της Κάρλα ήταν πόρνη και ναρκομανής, και εισήγαγε την κόρη της από πολύ νεαρή ηλικία σε όλα αυτά. Η Κάρλα είχε αρχίσει να κάνει ενέσεις ηρωίνης από δέκα ετών. Στη φυλακή ήταν που άλλαξε η ζωή της 180 μοίρες – μέσω μίας διακονίας που ασχολούνταν με γυναίκες και έδινε Βίβλους και μιλούσε για το νόημα της ζωής με τον Θεό». Ο Ρον επισκεπτόταν κάθε δύο μήνες την Κάρλα, ενόσω αυτή ανέμενε την εκτέλεσή της, για τα επόμενα δύο χρόνια, και επίσης αλληλογραφούσε με αυτήν. Σύντομα είχαν γίνει στενοί φίλοι.

Θυμάται: «Οι άνθρωποι γύρω μου δεν μπορούσαν να το πιστέψουν. Έλεγαν πως είναι ολοφάνερο ότι κάτι πάει στραβά με εμένα – ότι θα έπρεπε να μισώ τον άνθρωπο που σκότωσε την αδελφή μου, όχι να την πλησιάζω. Ένας συγγενής μου είπε ότι ντρόπιαζα τη μνήμη της αδελφής μου με τον τρόπο που ενεργούσα, και ότι πιθανώς “τα κόκαλά της να έτριζαν στο τάφο της”. ΄Ενας άλλος έκανε μία δημόσια δήλωση τη μέρα της εκτέλεσης της Κάρλα για το πόσο χαρούμενος ήταν που σε λίγο θα ήταν νεκρή.»

Η ίδια η Κάρλα είχε μείνει έκπληκτη από τη στάση του Ρον απέναντί της. Μιλώντας σε μία τηλεοπτική συνέντευξη λίγο πριν την εκτέλεσή της, είχε πει: “Είναι απίστευτο, φανταστικό! Η συγχώρεση είναι ένα πράγμα. Αλλά το να πάει κάποιος πέρα από αυτό και να με πλησιάσει – να με αγαπήσει ενεργά;” Της ήταν πολύ πιο εύκολα να κατανοήσει την οργή χιλιάδων ανθρώπων που ήθελαν το θάνατό της: «Μπορώ να κατανοήσω την οργή τους. Ποιος δεν θα μπορούσε; Είναι μία έκφραση του πόνου και της πληγής τους. Το ξέρω ότι οι άνθρωποι δεν πιστεύουν ότι αξίζω συγχώρεση. Αλλάποιος την αξίζει; Μου έχει δοθεί μία νέα ζωή, και η ελπίδα – η υπόσχεση – ότι ο θάνατος δεν είναι η τελική πραγματικότητα». Η Κάρλα προχώρησε στον θάνατό της γενναία, χαμογελώντας καθώς έκανε την τελευταία της δήλωση: “Λυπάμαι πολύ γι’ αυτό που έκανα … ελπίζω ο Θεός να σας δώσει ειρήνη μέσω του θανάτου μου”.

Όσο για τον Ρον, επιμένει ότι δεν χρειαζόταν η εκτέλεσή της: “Δεν ωφελεί … Σίγουρα μου λείπει η αδελφή μου. Αλλά μου λείπει επίσης και η Κάρλα …”.


Του Johann Christoph Arnold

(Μετάφραση από το περιοδικό The Plough Reader, Άνοιξη 2000)


Πηγή: Ηλιαχτίδα

Ημερομηνία Ανάρτησης: 24/07/2010

Πέμπτη 27 Νοεμβρίου 2025

Μεταξωτοί άνθρωποι


Το είχε πει σε μια συνέντευξή του ο αείμνηστος Νίκος Καρούζος: «Μεταξωτοί άνθρωποι». Μιλούσε για κάποιους χωρικούς που είχε συναντήσει στη Λέσβο. Αγράμματοι ήταν, αλλά σοφοί. Και, προπάντων, τρυφεροί με τους άλλους. Απαλοί, χωρίς γωνίες που κόβουν, χωρίς καχυποψία, δίχως έπαρση και επιθετική ειρωνεία που πληγώνει. Μεταξωτοί άνθρωποι...

Μού ’μεινε αυτός ο χαρακτηρισμός. Χαράχτηκε μέσα μου. Κι από τότε ένα νέο κριτήριο λειτουργεί στις αξιολογήσεις μου για τους ανθρώπους: η συμπεριφορά και η στάση τους σε «ασήμαντα» πεδία της καθημερινότητας. Αυτά που συνήθως τα προσπερνάμε ή δεν τα παρατηρούμε, γιατί δεν μας απασχόλησαν ποτέ οι εκφάνσεις της «μεταξωτής συμπεριφοράς»... Βέβαια οι άνθρωποι δεν συγκροτούν ως χαρακτήρες ένα συμπαγές όλον, αλλά ένα αντιφατικό σύνθεμα, στο οποίο συνυπάρχουν «μεταξωτά» στοιχεία και ακάνθινες απολήξεις. Γι’ αυτό και είναι κάπως παρακινδυνευμένα τα άμεσα και οριστικά συμπεράσματα για το «είναι» των ανθρώπων...

Παρ’ όλα αυτά, προσωπικά, διακινδυνεύω την εξαγωγή συμπερασμάτων παρατηρώντας μικρές «ασήμαντες» κινήσεις στις παρέες, στον εργασιακό χώρο και στο «δάσος» του καθεμέρα, όταν συγχρωτίζομαι με αγνώστους. Και συνήθως δεν πέφτω έξω. Διότι τα γνωρίσματα αυτά αποκαλύπτουν πειστικά τον εσωτερικό κόσμο του άλλου. Τουλάχιστον σε μεγάλο βαθμό... Φερ’ ειπείν, «σκλαβώνομαι» από εκείνους που δεν ορμάνε να πιάσουν την καλύτερη θέση στο τραπέζι μιας ταβέρνας. Θεωρώ την κίνηση αυτή απότοκο καταγωγικής ευγένειας και γενναιοδωρίας, η οποία αδιαφορεί για το ιδιωφελές και συμφέρον. Αντίθετα, οι άνθρωποι που σπεύδουν φουριόζοι για μια καλή θέση καταχωρίζονται μέσα μου σαν αρπακτικά. Και – τό ’χω παρατηρήσει – έτσι συμπεριφέρονται, σαν αρπακτικά, και σε άλλα ζωτικά και κρίσιμα πεδία...

Η μεταξωτή συμπεριφορά δεν παραπέμπει απαραιτήτως – η κυρίως – στο σαβουάρ βίβρ και στους «καλούς τρόπους» εν γένει. Τέμνεται σε κάποιες περιπτώσεις, αλλά δεν αποτελεί αποτύπωμα διδαχθείσης μεθόδου για το φέρεσθαι. Εδώ, το «μετάξι» είναι αυτοφυές ή προϊόν δουλεμένου χαρακτήρα. Είναι ο τρόπος που ο άλλος βλέπει τους συνανθρώπους του. Είναι η θέαση του κόσμου χωρίς τα εγωιστικά γυαλιά του προσωπικού ωφελιμισμού. Είναι, ευρύτερα, η υποταγή του ατομικού συμφέροντος στη συλλογικότητα, χωρίς βέβαια η «μεταξωτή συμπεριφορά» να φτάνει σε σημείο υπονόμευσης προσωπικών δικαιωμάτων και δικαίων. Κανένας δεν έχει δικαίωμα να αδικεί τον εαυτό του... Όμως, προσέξτε μια λεπτή απόχρωση: ποτέ ένας «μεταξωτός άνθρωπος» δεν νιώθει κορόιδο, όταν άλλοι τον προσπερνούν – στη σειρά μιας καντίνας η στην ιεραρχία – χρησιμοποιώντας αθέμιτα μέσα και μεθόδους. Το «άφες αυτοίς» είναι ριζωμένο μέσα του. Αποτελεί μέρος του αξιακού του κώδικα. Ξέρει τι γίνεται στην «αγορά». Αλλά συνειδητά δεν συμμετέχει στο εξοντωτικό αυτό παιχνίδι. Απέχει χωρίς να κλαυθμηρίζει. Γιατί, εκτός από μετάξι, τέτοιοι άνθρωποι διαθέτουν και ένα σκληρό κοίτασμα, που τους επιτρέπει να είναι ταυτόχρονα στωικοί και γρανιτένιοι.

Ένας από αυτούς έγινε φίλος μου – και το κατάλαβα από την πρώτη στιγμή ότι θα συμβεί αυτό. Πρώτη μέρα στη μονάδα γύρισε από τη σκοπιά και μπήκε στη σειρά για φαγητό. Ήταν τρίτος από το τέλος. Τότε ακούστηκε ο μάγειρας να λέει ότι έμειναν μονάχα δύο μερίδες. Ο Κωστής πλησίαζε, ήταν ένας από τους δύο τυχερούς. Αλλά μόλις άκουσε τον μάγειρα, έφυγε αθόρυβα παραχωρώντας τη θέση του στον επόμενο. Έτσι. Αθόρυβα, αυτοθυσιαστικά, γενναιόδωρα, χωρίς να το κάνει θέμα...

Οι «μεταξωτοί άνθρωποι», λοιπόν. Που μιλούν ελάχιστα για τον εαυτό τους. Που χαίρονται με τις επιτυχίες των άλλων. Που δεν σπεύδουν χαιρέκακα να «κάνουν πλάκα», δήθεν χαριεντιζόμενοι, με εξωτερικά γνωρίσματα που πονάνε τους άλλους... Εκείνοι, που δεν σπερμολογούν διακινώντας φήμες. Εκείνοι που υπερασπίζονται σθεναρά κάποιον απόντα όταν λοιδορείται σε μια παρέα, χωρίς να είναι φίλος τους, αλλά επειδή νιώθουν ότι αδικείται... Οι μεταξωτοί άνθρωποι. Όσοι προσέχουν τι λες, και δεν είναι ωσεί παρόντες στην κουβέντα, με το μυαλό τους στο τι θα πουν οι ίδιοι για να εντυπωσιάσουν. Άνθρωποι με ανοιχτούς πόρους και πλατιά καρδιά... Υπεράνθρωποι; Όχι. Απλώς, μεταξωτοί... Φαίνονται από μακριά. Αρκεί να προσέξεις «μικρές», «ασήμαντες» κινήσεις στο φέρεσθαι των ανθρώπων…

του Γιάννη Τριάντη

Πρωτοδημοσιεύτηκε στο πολιτικό περιοδικό «Επίκαιρα», Πέμπτη 25/11/2010

Αναδημοσίευση από: Τρελο-γιάννης

Τρίτη 18 Νοεμβρίου 2025

Πόσο δυνατή είναι η πίστη σου στο Θεό;


Σήμερα θα σας πω άλλη μία ιστορία...

Η ιστορία μιλάει για έναν ορειβάτη, που θέλησε να σκαρφαλώσει στο ψηλότερο βουνό.
Η νύχτα έπεσε βαριά και ο άνδρας δεν έβλεπε τίποτα, όλα ήταν μαύρα.
Το φεγγάρι και τα άστρα είχαν καλυφθεί από σύννεφα.
Καθώς ο άνδρας ανέβαινε, γλίστρησε λίγο πριν την κορυφή του βουνού και έπεσε στο κενό με μεγάλη ταχύτητα.

Ο ορειβάτης πού το μόνο που έβλεπε καθώς έπεφτε ήταν μαύρες κουκίδες, είχε την τρομερή αίσθηση της βαρύτητας να τον τραβά.
Συνέχισε να πέφτει και σε εκείνες τις στιγμές του μεγάλου φόβου, ήρθαν στο μυαλό του όλα τα καλά και τα άσχημα επεισόδια της ζωής του, σκεφτόταν τώρα, το πόσο κοντά στο θάνατο ήταν, όταν ξαφνικά ένιωσε το σχοινί που ήταν δεμένο στη μέση του να τον τραβά δυνατά.
Το σώμα του ορειβάτη κρεμόταν πλέον στον αέρα, μόνο το σχοινί τον κρατούσε ζωντανό.

Εκείνη τη στιγμή της αμηχανίας και καμιάς άλλης επιλογής, φώναξε:
- Θεέ μου, βοήθησέ με....

Ξαφνικά, μια βαθειά φωνή προερχόμενη από τον ουρανό απάντησε:
*Τί θέλεις να κάνω..;
-Σώσε με, Θεέ μου.
*Αληθινά, νομίζεις ότι μπορώ να σε Σώσω..;
-Βέβαια, πιστεύω ότι Εσύ μπορείς..!
*Τότε, κόψε το σχοινί που είναι δεμένο στη μέση σου...

Στο σημείο αυτό σκέφτηκα:
Θεέ μου, τί Ζητάς από αυτόν τον άνθρωπο; Είναι δυνατόν να του Ζητάς να κόψει το σχοινί, το μόνο πράγμα που τον κρατάει ζωντανό..;

Εγκατέλειψα γρήγορα αυτές τις σκέψεις και έβαλα τον εαυτό μου στη θέση του ορειβάτη.
Αλήθεια, εγω τί θα έκανα;;;

Η ομάδα διάσωσης, την άλλη μέρα, είπε ότι ένας ορειβάτης βρέθηκε πεθαμένος, παγωμένος και το σώμα του κρεμόταν από ένα σχοινί. Τα χέρια του κρατούσαν σφιχτά το σχοινί ''μόνο 3 μέτρα'' πάνω από το έδαφος.... Εσύ και εγώ, πόσο κολλημένοι είμαστε στο σχοινί μας....;

Συμβουλη από ένα φίλο σε σενα που το διαβασες:
''Η πίστη είναι εσωτερική δύναμη, το ισχυρό αντίδοτο στ' αρνητικά συναισθήματα που παραλύουν τη ζωή μας κι εμποδίζουν την ανάπτυξή μας''
Η ζωή φέρνει πάντα δυσκολίες...
Εάν ήταν μια συνεχόμενη λιακάδα θα μετατραπόταν σε έρημο... Έτσι είναι η ζωή...
Όταν ζητάς δυνάμεις, σου Δίνει δυσκολίες για να γίνεις πιο δυνατός...
Όταν ζητάς σοφία, σε Γεμίζει με προβλήματα για να τα λύσεις...
Η ζωή μπορεί να μην σου δίνει όλα αυτά που θα ήθελες, αλλά σου δίνει όλα τα απαραίτητα για να αποκτήσεις αυτά που χρειάζεσαι...

Επιμέλεια: Κυριάκος Διαμαντόπουλος

Αναδημοσίευση από: Αγιορείτικο Βήμα

Παρασκευή 7 Νοεμβρίου 2025

Καλημέρα Χριστέ μου, ο Συμεών είμαι - Πραγματική διδακτική ιστορία

Το 1922 ήρθε από την Μικρασία με τους πρόσφυγες ένα ορφανό Ελληνόπουλο, ονόματι Συμεών. Εγκαταστάθηκε στον Πειραιά σε μια παραγκούλα και εκεί μεγάλωσε μόνο του. Είχε ένα καροτσάκι και έκανε τον αχθοφόρο, μεταφέροντας πράγματα στο λιμάνι του Πειραιά. Γράμματα δεν ήξερε ούτε πολλά πράγματα από την πίστη μας. Είχε την μακαρία απλότητα και πίστη απλή και απερίεργη. 

Όταν ήρθε σε ηλικία γάμου νυμφεύθηκε, έκανε δύο παιδιά και μετακόμισε με την οικογένεια του στη Νίκαια. Κάθε πρωί πήγαινε στο λιμάνι του Πειραιά για να βγάλει το ψωμάκι του. Περνούσε όμως κάθε μέρα το πρωί από το ναό του αγίου Σπυρίδωνος, έμπαινε μέσα, στεκόταν μπροστά στο τέμπλο, έβγαζε το καπελάκι του και έλεγε: 

«Καλημέρα Χριστέ μου, ο Συμεών είμαι. Βοήθησέ με να βγάλω το ψωμάκι μου».
Το βράδυ που τελείωνε τη δουλειά του ξαναπερνούσε από την Εκκλησία, πήγαινε πάλι μπροστά στο τέμπλο και έλεγε: 

«Καλησπέρα Χριστέ μου, ο Συμεών είμαι. Σ’ ευχαριστώ που με βοήθησες και σήμερα».
Και έτσι περνούσαν τα χρόνια του ευλογημένου Συμεών. Περίπου το έτος 1950 όλα τα μέλη της οικογενείας του αρρώστησαν από φυματίωση και εκοιμήθησαν εν Κυρίω. Έμεινε ολομόναχος ο Συμεών και συνέχισε αγόγγυστα τη δουλειά του αλλά και δεν παρέλειπε να περνά από τον άγιο Σπυρίδωνα να καλημερίζει και να καλησπερίζει τον Χριστό, ζητώντας την βοήθεια Του και ευχαριστώντας Τον. Όταν γέρασε ο Συμεών, αρρώστησε. Μπήκε στο Νοσοκομείο και νοσηλεύτηκε περίπου για ένα μήνα. Μια προϊσταμένη από την Πάτρα τον ρώτησε κάποτε:
-Παππού, τόσες μέρες εδώ μέσα δεν ήρθε κανείς να σε δει. Δεν έχεις κανένα δικό σου στον κόσμο;
-Έρχεται, παιδί μου, κάθε πρωί και απόγευμα ο Χριστός και με παρηγορεί.
-Και τι σου λέει, παππού;
-«Καλημέρα Συμεών, ο Χριστός είμαι, κάνε υπομονή». «Καλησπέρα Συμεών, ο Χριστός είμαι, κάνε υπομονή». 

Η Προϊσταμένη παραξενεύτηκε και κάλεσε τον Πνευματικό της, π. Χριστόδουλο Φάσο, να έρθει να δει τον Συμεών μήπως πλανήθηκε. Ο π. Χριστόδουλος τον επισκέφθηκε, του έπιασε κουβέντα, του έκανε την ερώτηση της Προϊσταμένης και ο Συμεών του έδωσε την ίδια απάντηση.
Τις ίδιες ώρες πρωί και βράδυ, που ο Συμεών πήγαινε στο ναό και χαιρετούσε τον Χριστό, τώρα και ο Χριστός χαιρετούσε τον Συμεών. Τον ρώτησε ο Πνευματικός:
-Μήπως είναι φαντασία σου;
-Όχι, πάτερ, δεν είμαι φαντασμένος, ο Χριστός είναι.
-Ήρθε και σήμερα;
-Ήρθε.
-Και τι σου είπε;
-Καλημέρα Συμεών, ο Χριστός είμαι. Κάνε υπομονή, σε τρεις μέρες θα σε πάρω κοντά μου πρωΐ - πρωΐ. 

Ο Πνευματικός κάθε μέρα πήγαινε στο Νοσοκομείο, μιλούσε μαζί του και έμαθε για την ζωή του. Κατάλαβε ότι πρόκειται περί ευλογημένου ανθρώπου. Την τρίτη ημέρα πρωΐ - πρωΐ πάλι πήγε να δει τον Συμεών και να διαπίστωσει αν θα πραγματοποιηθεί η πρόρρηση ότι θα πεθάνει. Πράγματι εκεί πού κουβέντιαζαν, ο Συμεών φώναξε ξαφνικά: «Ήρθε ο Χριστός», και εκοιμήθη τον ύπνο του δικαίου. Αιωνία του η μνήμη. Αμήν.

Από το βιβλίο ΑΣΚΗΤΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ, 2008, σελ. 350-351, Ιερόν Ησυχαστήριον Άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος, Μεταμόρφωσις Χαλκιδικής

Σάββατο 27 Σεπτεμβρίου 2025

Πόσο πλούσιος είναι ένας φτωχός!

 
Ένας πατέρας με οικονομική άνεση, θέλοντας να διδάξει στο γιο του τι σημαίνει φτώχεια, τον πήρε μαζί του για να περάσουν λίγες μέρες στο χωριό, σε μια οικογένεια που ζούσε στο βουνό.
Πέρασαν τρεις μέρες και δυο νύχτες στην αγροικία. Καθώς επέστρεφαν στο σπίτι, μέσα στο αυτοκίνητο, ο πατέρας ρώτησε το γιο του:
«Πώς σου φάνηκε η εμπειρία;»
«Ωραία» απάντησε ο γιος με το βλέμμα καρφωμένο στο κενό.
«Και τι έμαθες;» συνέχισε με επιμονή ο πατέρας.
Ο γιος απάντησε:
- Εμείς έχουμε έναν σκύλο, ενώ αυτοί τέσσερις.
– Εμείς διαθέτουμε μια πισίνα που φτάνει μέχρι τη μέση του κήπου, ενώ αυτοί ένα ποτάμι δίχως τέλος, με κρυστάλλινο νερό, μέσα και γύρω από το οποίο υπάρχουν και άλλες ομορφιές…
– Εμείς εισάγουμε φαναράκια από την Ασία για να φωτίζουμε τον κήπο μας, ενώ αυτοί φωτίζονται από τα αστέρια και το φεγγάρι…
– Η αυλή μας φτάνει μέχρι το φράχτη, ενώ η δική τους μέχρι τον ορίζοντα…
– Εμείς αγοράζουμε το φαγητό μας• αυτοί πάλι, σπέρνουν και θερίζουν γι αυτό…
– Εμείς ακούμε CDs. Αυτοί απολαμβάνουν μια απέραντη συμφωνία από πουλιά, βατράχια, και άλλα ζώα. Και όλα αυτά διακόπτονται που και που από το ρυθμικό τραγούδι του γείτονα που εργάζεται στο χωράφι…
– Εμείς μαγειρεύουμε με ηλεκτρική κουζίνα. Αυτοί ό,τι τρώνε έχει αυτή τη θεσπέσια γεύση, μια και μαγειρεύουν στα ξύλα…
– Εμείς, για να προστατευθούμε, ζούμε περικυκλωμένοι από έναν τοίχο με συναγερμό. Αυτοί ζουν με τις ορθάνοιχτες πόρτες τους, προστατευμένοι από τη φιλία των γειτόνων τους…
– Εμείς ζούμε «καλωδιωμένοι» με το κινητό, τον υπολογιστή, την τηλεόραση. Αυτοί, αντίθετα, «συνδέονται» με τη ζωή, τον ουρανό, τον ήλιο, το νερό, το πράσινο του βουνού, τα ζώα τους, τους καρπούς της γης τους, την οικογένειά τους.
Ο πατέρας έμεινε έκθαμβος από τις απαντήσεις του γιου του…
Και ο γιος ολοκλήρωσε με τη φράση:
«Σ’ευχαριστώ, μπαμπά, που μας δίδαξες πόσο φτωχοί είμαστε…»


Πηγή: Πνευματικά Θησαυρίσματα

Ημερομηνία Ανάρτησης: 24/09/2010

Η συγχώρηση - Μια αληθινή ιστορία!

Πριν πολλά χρόνια και μετά την λήξη του εμφυλίου σπαραγμού και του αδελφοκτόνου πολέμου, σε κάποιο χωριό, έγινε ένας φόνος, για πολιτικούς μάλλον λόγους και εξαιτίας του μεγάλου φανατισμού, που επικρατούσε εκείνη την εποχή. Κατηγορήθηκε, λοιπόν, κάποιος χωριανός, ο Πέτρος Γ. και με τις μαρτυρίες πέντε συγχωριανών του δικάστηκε και καταδικάστηκε σε 30 χρόνια φυλάκιση. Ο κατηγορούμενος όμως ισχυρίζετο συνεχώς ότι ήτο αθώος. Κλείσθηκε σε αγροτικές φυλακές, αλλά μέρα-νύχτα διαλαλούσε και μονολογούσε ότι ήτο αθώος. Σ' αυτές τις φυλακές πήγαινε μια φορά τον μήνα ένας ευλαβέστατος ιερεύς και λειτουργούσε στο εκκλησάκι που υπήρχε και κατόπιν εδέχετο για εξομολόγηση όσους εκ των φυλακισμένων το επιθυμούσαν. Ύστερα από 5-6 μήνες, πήγε και ο εν λόγω χωριανός στον ευλαβή εκείνον ιερέα και εξομολόγο, και ενώπιον του Αγίου Θεού και μπροστά στο πετραχήλι του Πνευματικού, βεβαίωνε με όρκους ότι ήταν αθώος.


Από τότε που εξομολογήθηκε μέσα στις φυλακές ο Πέτρος Γ., άλλαξε τελείως διαγωγή και έγινε ο άνθρωπος της προσευχής και της μελέτης του Ευαγγελίου, που του δώρησε εκείνος ο καλός ιερεύς. Μέσα σ' έναν χρόνο αλλοιώθηκε τόσο πολύ, που όλοι οι συγκρατούμενοί του και βαρυποινίτες άρχισαν να τον σέβωνται και να του φέρωνται φιλικά. Και με την Χάρι και τον φωτισμό του Θεού γρήγορα πείσθηκε ο ευλαβής ιερεύς για την αθωώτητά του, ώστε του επέτρεπε να κοινωνή κάθε φορά που λειτουργούσε στις φυλακές.

Ο ιερεύς προσπάθησε κάτι να κάμη μέσω κάποιων δικηγόρων, αλλά οι μάρτυρες ήσαν απολύτως κατηγορηματικοί, γιατί ήσαν δήθεν παρόντες στον φόνο. Παρά ταύτα ο Εξομολόγος πίστευε ότι όντως ήτο αθώος και θύμα σκευωρίας. Ο Πέτρος Γ. όχι μόνο προσηύχετο με το Όνομα του Ιησού Χριστού, που το έμαθε από το βιβλίο «Οι περιπέτειες ενός προσκυνητού», αλλά μελετούσε το Ευαγγέλιο και κοινωνούσε των αχράντων Μυστηρίων, σκορπώντας σε όλους τους συγκρατουμένους του πολλή καλωσύνη. Συγχωρούσε δε με όλη του την καρδιά και τους κατηγόρους του και αυτόν ακόμα τον άγνωστο φονιά. Δεν φταίνε, οι καημένοι, έλεγε. Φταίει το πολιτικό και ιδεολογικό πάθος, φταίει και ο διάβολος που τους σκοτείνιασε το μυαλό κι έτσι κρύψανε την αλήθεια. Θεέ μου, συγχώρεσέ τους. και από μένα να 'ναι συγχωρεμένοι. και χάρισέ τους πλούτη και αγαθά πολλά, αλλά χάρισέ τους προπαντός και ιδιαιτέρως φωτισμό και υγεία.

Έτσι πέρασαν 19 χρόνια. Κατόπιν, λόγω της καλής και αρίστης διαγωγής και επειδή έκανε και στις τότε αγροτικές φυλακές, όπου εμειώνετο η ποινή, αποφυλακίσθηκε. Ήτο πλέον 50 ετών. Στο χωριό όμως δεν έγινε δεκτός, επειδή τον πίστευαν όλοι για φονιά και κυρίως οι συγγενείς του φονευμένου. Έτσι, μετακόμισε σε μια γειτονική πόλι και έκαμε τον εργάτη, τον οικοδόμο και κυρίως τον μαραγκό, δουλειά που την έμαθε στην φυλακή. Η ζωή του όμως εξακολουθούσε να είναι ζωή ενός αληθινού χριστιανού, με την ακριβή συμμετοχή στα Μυστήρια, με την σωστή τήρηση των ευαγγελικών εντολών και ιδιαιτέρως με την προσευχή. Η προσευχή ήταν το οξυγόνο της ζωής του. Η Ευχή και το Ευαγγέλιο ήσαν γι' αυτόν «άρτος ζωής» και «ύδωρ ζων». Μία κοπέλα 42 ετών, θεολόγος σε κάποιο Γυμνάσιο της περιοχής, πληροφορήθηκε από τον Πνευματικό των φυλακών, που ήτο και δικός της Πνευματικός, τα πάντα για τον Πέτρο Γ. και ιδιαιτέρως για το πόσο ήτο αφοσιωμένος στον Χριστό και στην Εκκλησία Του. Πήγε, τον βρήκε και κατόπιν τον ζήτησε η ίδια σε γάμο!. Από τον ευλογημένο αυτό γάμο προήλθαν δυό παιδιά, υγιέστατα.

Ύστερα από μερικά χρόνια, στο χωριό που έγινε ο φόνος, κάποιος αρρώστησε βαρειά με ανεξήγητους φοβερούς πόνους σε όλο του το σώμα. Η επιστήμη με τους γιατρούς και τις κλινικές εξετάσεις, που ήσαν προηγμένες, στάθηκαν αδύνατον να τον βοηθήσουν!!! Ούτε καν την αιτία δεν μπόρεσαν να εντοπίσουν!

Έτσι, μια βραδυά στο σπίτι του, αφού επέστρεψε από το νοσοκομείο, σ' αυτήν την φοβερή κατάστασι, άρχισε να κραυγάζη μέσα στους φοβερούς του πόνους ότι αυτός ήτο ο φονιάς και με τους 4 ψευδομάρτυρες, τους οποίους εξηγόρασε με μεγάλα χρηματικά ποσά, κατηγόρησαν τον Πέτρο Γ., που συμπτωματικά περνούσε από εκείνο το σταυροδρόμι, την ώρα που έγινε ο φόνος.

Φώναξαν τον αστυνόμο του τμήματος του χωριού, υπέγραψε την ομολογία του κατονομάζοντας και τους 4 ψευδομάρτυρες και συνεργούς του. Ποια νομική διαδικασία ακολουθήθηκε μετά, δεν γνωρίζω. Η ομολογία του όμως έκανε κρότο στο χωριό, προκαλώντας σύγχυσι, ταραχές και πολλές κατάρες, οι οποίες βάραιναν τον φονιά. Παρά ταύτα, η ψυχή του φονιά δεν έφευγε. Κι αυτός εξακολουθούσε να τσιρίζη και να κραυγάζη.

Ο Πέτρος Γ., όπως ήτο επόμενον, το έμαθε. Δεν κίνησε όμως καμιά διαδικασία για την αποκατάστασι της τιμής του με αναθεώρησι της δίκης, με μηνύσεις κατά των ενόχων και άλλων ενδίκων νομίμων μέσων. Αλλά τι έκανε; Πήγε στο σπίτι του φονιά!...Οι πάντες πάγωσαν. Οι περισσότεροι χωρικοί, όταν τον είδαν να περνάη μέσα από το χωριό, από την ντροπή τους κρύφθηκαν. Πάγωσε και ο φονιάς όταν τον αντίκρυσε, και με γουρλωμένα τα μάτια από την έκπληξι και την φρίκη, τον άκουσε να του λέη: Γιώργο, σε συγχωρώ με όλη μου την καρδιά. Και σ' ευχαριστώ, γιατί ήσουν η αιτία να γνωρίσω τον Χριστό με την Εκκλησία Του και τα άγια Μυστήριά της. Εύχομαι να Τον γνωρίσεις κι εσύ, με μετάνοια και προσευχή!

Τον αγκάλιασε, τον φίλησε και έφυγε, ενώ κάποια δάκρυα κρυφά έτρεχαν από τα μάτια του.

Ο θρίαμβος της δικαιοσύνης του Θεού ήλθε, ύστερα από 35 χρόνια! Αλλά υπήρξε και θρίαμβος της εμπιστοσύνης, της πίστεως και της αδιαλείπτου προσευχής του αδικημένου Πέτρου Γ. στην Πρόνοια του Θεού. Και ταυτόχρονα στέφανος δόξης στην υπομονή και μακροθυμία, που έδειξε τόσα χρόνια. Ευλογήθηκε η μετέπειτα ζωή του, όπως προείπαμε, μ' έναν χριστιανικό γάμο και με οικογένεια που ήτο «κατ' οίκον εκκλησία» και με δύο τρισευλογημένα παιδιά. Και μάλιστα, μετά την ολοκάρδια συγχώρησι που έδωσε και την αγάπη που έδειξε προς όλους, πολλαπλασιάσθηκε η ευλογία του Θεού στο σπιτικό του. Είχε την Χάρι του Θεού πάνω του, την ευλογία της Παναγίας, την προστασία των Αγίων και την συμπαράστασι των Αγγέλων.

Εκοιμήθη οσιακώς σε ηλικία 80 ετών, το 1999. Παρών στην κοίμησί του ήτο και ο εννενηντάχρονος ιερεύς των φυλακών, που μού διηγήθηκε αυτό το γεγονός, για να με διαβεβαιώση ότι λίγο πριν το τέλος του Πέτρου Γ., Άγγελοι και Αρχάγγελοι πλημμύρισαν το δωμάτιο του, τους οποίους έβλεπε όχι μόνο ο ψυχορραγών με τα μάτια του, αλλά και ο εν λόγω ιερεύς. Αυτοί και παρέλαβαν την ψυχή του, μετά το τελευταίο σημείον του σταυρού που έκανε ο Πέτρος Γ., λέγοντας:

- Άγγελέ μου! Άγγελέ μου. , δεν την αξίζω αυτή την τιμή. Και τούτο ειπών, εκοιμήθη!.

Ο άνθρωπος αυτός, παρ' όλο που ήταν έγγαμος και ζούσε μέσα στον σημερινό κόσμο, μετά από την τεράστια και άδικη δοκιμασία και ταλαιπωρία του στην φυλακή, μαζί με βαρυποινίτες, είχε καρπούς της Ευχής, της θείας Κοινωνίας και της ευαγγελικής ζωής. Η έγγαμη ζωή του δεν τον εμπόδισε να λέγη μερα-νύχτα την Ευχή, όπως την έμαθε από το βιβλίο «Οι περιπέτειες ενός προσκυνητού».

Πηγή: Από το βιβλίο «Η Ευχή Μέσα στον Κόσμο», Πρωτοπ. Στεφάνου

Ημερομηνία Ανάρτησης: 27/09/2010

Πέμπτη 4 Σεπτεμβρίου 2025

Η μελαγχολία, η ταπείνωση και ο εξομολόγος (Όσιος Πορφύριος)


Κάποια βραδιά είχαμε συγκεντρωθεί μια ομάδα μαζί με έναν Αγιορείτη.

Νύχτωσε. Ο καιρός ήταν ανταριασμένος και απειλητικός. Όμως, κοντά στο Γέροντα Πορφύριο και για όσους ακόμη δεν ήταν μαθημένοι στη σκοτεινή νύχτα της φύσης, δεν ταραζότανε η γαλήνη.
Ο Γέροντας μιλούσε για τη διαφορά της ταπεινοφροσύνης από το πλέγμα της κατωτερότητας.
Ο ταπεινός, έλεγε, δεν είναι μια προσωπικότητα διαλυμένη. Έχει συνείδηση της κατάστασής του, αλλά δεν έχει χάσει το κέντρο της προσωπικότητάς του. Ξέρει την αμαρτωλότητά του, την μικρότητά του και δέχεται τις παρατηρήσεις του πνευματικού του ,των αδελφών του.

Λυπάται, αλλά δεν απελπίζεται. Θλίβεται, αλλά δεν εξουθενώνεται και δεν οργίζεται. Ο κυριευμένος από το πλέγμα της κατωτερότητας, εξωτερικά και στην αρχή, μοιάζει με τον ταπεινό.
Αν όμως, λίγο τον θίξεις ή και τον συμβουλεύσεις, τότε το αρρωστημένο εγώ εξανίσταται, ταράζεται, χάνει κι αυτή τη λίγη ειρήνη που έχει. Το ίδιο, έλεγε, συμβαίνει και με τον παθολογικά μελαγχολικό σε σχέση με το μετανοούντα αμαρτωλό. «Ο μελαγχολικός περιστρέφεται κι ασχολείται με τον εαυτό του και μόνο.

Ο αμαρτωλός ,που μετανοεί κι εξομολογείται, βγαίνει από τον εαυτό του. Αυτό το μεγάλο έχει η πίστη μας: τον εξομολόγο, τον πνευματικό. Έτσι και το πεις στο Γέροντα, κι έλαβες τη συγχώρηση, μη γυρνάς πίσω».

Αυτό το τόνιζε πολύ . Να μην ξαναγυρνά κανείς στα προηγούμενα, αλλά να προχωρά. Πόσους αιχμαλωτισμένους στη μαύρη χώρα της απελπισίας δεν είχε σώσει την έσχατη ώρα τραβώντάς τους με τη δύναμη της παρρησίας του στο Θεό!

Του Οσίου Πορφυρίου


Πηγή: Απόψεις για τη μονή Βατοπεδίου (και όχι μόνο)
Αναδημοσίευση από: Πνευματικά Θησαυρίσματα

Ημερομηνία Ανάρτησης: 04/09/2010

Παρασκευή 22 Αυγούστου 2025

Μια αληθινή ιστορία, που πρέπει να μας προβληματίσει...

Τον Φεβρουάριο του 2006, στο 56ο Φεστιβάλ ταινιών του Βερολίνου, οι δημιουργοί ταινιών κλήθηκαν να συμμετάσχουν σε ένα διαγωνισμό ταινιών μικρού μήκους με θέμα: «Φαγητό, Γεύση και Πείνα» ("Food, Taste and Hunger").

Στο διαγωνισμό έλαβαν μέρος 3600 δημιουργοί απ' όλο τον κόσμο. Από αυτούς, μόνο 32 επιλέχθηκαν να προβληθούν στο φεστιβάλ. Αυτό είναι το βίντεο που πρώτευσε ως το πιο δημοφιλές.

Λέγεται «Chicken a la Carte», o δημιουργός του είναι ο Ferdinand Dimandura και είναι (δυστυχώς) αληθινή ιστορία.

Δείτε το μέχρι το τέλος. Συγκινητικό, σοκαριστικό…

Και είναι καλύτερα να μην θεωρούμε οτι ιστορίες σαν κι αυτήν εξελίσσονται μόνο στην Αφρική ή στην Ασία.

Αν κοιτάξουμε λίγο πιο προσεχτικά, θα δούμε ότι πλέον ΣΥΜΒΑΙΝΕΙ ΔΙΠΛΑ ΜΑΣ. Γιά να πεισθούμε αρκεί μιά βόλτα σε κάποια λαϊκή αγορά το μεσημέρι, όταν μαζεύουν τους πάγκους.
 

Τρίτη 19 Αυγούστου 2025

Το φιλότιμο

Το παρακάτω κείμενο είναι ένας φανταστικός διάλογος του Αγ. Νεκταρίου Πενταπόλεως με τον συγγραφέα, από το κεφάλαιο «ο άγγελος της σιωπής.»

«…Τίποτε ὅμως δέν ἦταν πιό μόνιμο ἀπό τόν φόβο μου νά μήν χάσω αὐτόν, τόν ἕνα, τόν καλό μαργαρίτη.

Θά μέ ρωτήσεις βέβαια ποιός εἶναι ὁ καλός μαργαρίτης. Πολλές φορές τό σκέφτηκα καί θά σοῦ πῶ πού κατέληξα: ὁ καλός μαργαρίτης εἶναι ἡ καλή ἀπολογία.Ἡ διαρκής ἀνάμνηση τῆς στιγμῆς, πού θά βρεθεῖς μπροστά Του. Ὄχι μπροστά σ΄ἕνα…φοβερό βῆμα ἀλλά μαζί Του σέ μία ἀπέραντη ἀμμουδιά. Ἐκεῖ πού θά τά πεῖτε ἀντικρυστά, καθισμένοι σέ δυό ψάθινες καρέκλες τήν ὥρα τοῦ δειλινοῦ, τήν ὥρα πού φαίνεται ὁ Θεός ν΄ ἀγαπάει περισσότερο ἄπ΄ ὅλες τίς ἄλλες. Κάποια δειλινά –θυμᾶσαι;- τά λέγε καί μέ τόν Ἀδάμ. Κάποιο δειλινό-θυμᾶσαι;- χάθηκε ὁ παράδεισος. Οὔτε βροντές, οὔτε ἀστραπές. Μόνο μία ματιά Του, πού θά σέ διαπεράσει σάν γλυκόστομη ρομφαία καί θά ξετυλίξει μπροστά στά μάτια σου, σέ μία στιγμή, ὁλόκληρή τη ζωή σου. Δέν θά μιλήσει. Ἐσένα ὅμως θά σέ πλημμυρίσει ἕνα βαρύ ἐρώτημα:

Ἄξιζε τήν τόση ἀγάπη τοῦ Πλάστη μου ἡ ζωή ποῦ ἔζησα;

Ἄξιζε;

Ἄξιζε;

Θά ρωτήσεις τόσες φορές, ὅσοι οἱ κόκκοι τῆς ἄμμου, πού μέσα της ἔχουν χωθεῖ τά ποδάρια τῆς καρέκλας σου. Κανείς δέν θά βιάζεται. Οὔτ΄ ἐσύ, οὔτε Αὐτός. Ὧρες, μῆνες, αἰῶνες θά ρωτᾶς. Καί κάποια στιγμή θ΄ ἀποφασίσεις, ἄν μπορεῖς νά Τόν κοιτάξεις στά μάτια. Ξέρω τί σκέφτεσαι, ξέρω τί ρωτᾶς: εἶναι αὐτή ἡ στιγμή τῆς κόλασης καί τοῦ παράδεισου; Καί σοῦ ἀπαντάω: δέν ξέρω τί μου λές. Ἐγώ ξέρω ὅτι εἴν΄ ἀβάσταχτο κρίμα νά πικραίνεις ἕνα λατρεμένο σου σύντροφο, ἕνα φίλο, πού σέ νοιάστηκε πιό πολύ κι ἄπ΄ τή μάνα σου! Εἶναι ἀβάσταχτο κρίμα νά πικραίνεις τόν Χριστό σου. Αὐτός ἦταν γιά μένα πάντοτε ὁ φόβος τῆς κολάσεώς μου. Ἔτρεμα τήν στιγμή πού δέν θά ἄντεχα νά Τόν κοιτάξω στά μάτια. Γιατί, ὅταν ὅλα περάσουν, ἕνα πράγμα μένει στόν ἄνθρωπο καί ἕνα πράγμα θά μείνει στήν Δημιουργία στό τέλος τῶν αἰώνων:

Τό φιλότιμο.

Αὐτό θά ἐπιτρέψει σέ κάποιους νά πιάσουν τό χέρι Του σάν τόν Πέτρο καί νά Τόν ἀκολουθήσουν πάνω στά κύματα καί αὐτό θά φυτέψει τά πόδια κάποιων ἄλλων στήν ἄμμο, ἀφήνοντάς τους στήν πικρή νύχτα. Θά γνέφει ὁ Χριστός… «ἐλᾶτε»….κι αὐτοί θά σκύβουν μέ ντροπή τό κεφάλι, φορτωμένοι τό ἀβάσταχτο κρίμα τους.

(Δέν ξέρω ποιός εἶσαι. Σ΄ ἀκούω ὅμως καί λευτερώνομαι ἄπ΄ὅλα τά καθήκοντα καί ὅλα τά «πρέπει». Τί πρέπει νά κάνω, τί πρέπει νά μοιάσω, ὅλα φεύγουν, μοῦ ξεπλακώνουν τό στῆθος κι ἕνα «Ἄχ!» μοῦ γεμίζει τά σωθικά. Ὅ,τι ποθῶ νά εἶμαι, ὅ,τι ποθῶ νά γίνω, γίνεται μία καί μοναδική κραυγή ἀγωνίας: Ἄχ, νά μή στερηθῶ ποτέ τήν πνοή τοῦ Θεοῦ πού μέ καλεῖ νά τοῦ μοιάσω! Ἄχ, νά μή νικήσουν τά νοητικά καί ἀφηρημένα σχήματα! Ἄχ, νά μή χαθεῖ ἀπό τά μάτια μου τό τόσο συγκεκριμένο καί χειροπιαστό της παρουσίας Του.)»


Πηγή: Ἀπό τό βιβλίο «ψίθυροι τῶν Ἀγγέλων» τοῦ Ἠλία Λιαμῆ σέλ.62
Αναδημοσίεση από: Ηλιαχτίδα

Ημερομηνία Ανάρτησης: 19/08/2010

Τρίτη 20 Μαΐου 2025

Το πιο σημαντικό μέρος του σώματος μας..... - Διδακτική ιστορία





Κάποτε με ρώτησε η μητέρα μου, διηγείται κάποιος, ποιο κατά τη γνώμη μου ήταν το πιο σημαντικό μέρος στο σώμα μας.

Στην αρχή νόμισα ότι βρήκα εύκολα την απάντηση και έτρεξα στη μητέρα μου όλο χαρά. Είχα ανακαλύψει τη μαγεία και την ομορφιά των ήχων και της είπα "νομίζω πως είναι τα αυτιά, με τα οποία ακούμε". Εκείνη με διόρθωσε: "Όχι", μου είπε, "υπάρχουν τόσοι άνθρωποι που δεν ακούνε, γιατί είναι κουφοί, γύρω μας".

Συνέχισα να σκέφτομαι την ερώτηση μεγαλώνοντας. Όταν συνειδητοποίησα πόσο φοβερό δώρο είναι η όραση και τι μεγάλες δυνατότητες έχει, έτρεξα στη μητέρα μου μάλλον σίγουρος αυτή τη φορά, και της είπα, "μάλλον είναι τα μάτια μας που βλέπουμε, το σημαντικότερο μέρος στο σώμα μας".
Με κοίταξε με αγάπη η μητέρα μου, χάρηκε που ασχολούμαι με το ερώτημά της και κάνω και μεγάλη πρόοδο, αλλά και πάλι με διόρθωσε: "Όχι, δεν είναι τα μάτια. Χιλιάδες άνθρωποι στον κόσμο μας είναι τυφλοί. Προσπάθησε ακόμα".
Προσπάθησα κι άλλες φορές και η μητέρα μου έβλεπε ότι ωριμάζω και προοδεύω, αλλά όσες φορές κι αν επανήλθαμε στο θέμα αυτό, δεν κατάφερα να βρω τη σωστή απάντηση.
Πέρυσι πέθανε ο παππούς μου.
Όλοι μας πονέσαμε και κλάψαμε.
Ακόμα και ο πατέρας μου έκλαψε, και το λέω αυτό γιατί άλλη μια φορά μόνο τον είχα δει να κλαίει στη ζωή μου.
Ξαφνικά ακούω τη μητέρα μου: "Ξέρεις ποιο είναι το πιο σημαντικό μέρος στο σώμα μας;" με ρώτησε τότε η μητέρα μου κι εγώ παραξενεύτηκα, γιατί πάντα νόμιζα ότι ήταν ένα αστείο ανάμεσά μας και τίποτα παραπάνω. Με είδε που παραξενεύτηκα και με πήρε κοντά της.
"Αυτό που θα σου πω αγόρι μου είναι πολύ σημαντικό", μου είπε, "και θέλω να το κρατήσεις μέσα στην ψυχή σου. Λοιπόν το πιο σημαντικό μέρος στο σώμα σου είναι ο ώμος σου. Και δεν είναι γιατί κρατάει το χέρι σου στη θέση του και μπορεί να κινείται, αλλά γιατί μπορεί να κρατήσει το κεφάλι ενός πονεμένου αγαπημένου σου την ώρα που κλαίει. Όλοι μας θα χρειαστούμε έναν ώμο να γείρουμε και να ακουμπήσουμε την ώρα της θλίψης και του πόνου, αγόρι μου. Σου εύχομαι να έχεις πάντα στη ζωή σου έναν τέτοιο ώμο, γεμάτο παρηγοριά για κείνους που θα κλάψουν και θα 'χουν ανάγκη τον ώμο της αγάπης σου για να γείρουν. Όταν θα το έχεις καταλάβει αυτό που σου λέω και θα συμφωνείς, τότε θα είναι σημάδι ότι έχεις μεγαλώσει αρκετά και ότι ζεις σωστά τη ζωή σου".

Οι άνθρωποι θα ξεχάσουν αυτά που έλεγες...
Οι άνθρωποι θα ξεχάσουν αυτά που έκανες...
Αλλά ποτέ δε θα ξεχάσουν πώς τους έκανες να αισθάνονται.

Πέμπτη 15 Μαΐου 2025

Με τα μάτια της ψυχής...

Δύο άντρες πολύ σοβαρά άρρωστοι, ήταν στο ίδιο δωμάτιο ενός νοσοκομείου.

Στον έναν επιτρέπονταν να μένει καθιστός μία ώρα το απόγευμα γιατί τον βοηθούσενα φύγουν τα υγρά από τους πνεύμονες. Το κρεβάτι του βρισκόταν ακριβώς δίπλα στο παράθυρο του δωματίου.

Ο άλλος άντρας έπρεπε να βρίσκεται συνέχεια ξαπλωμένος σε ακινησία και ένας μεσότοιχος που βρισκόταν μεταξύ των κρεβατιών δεν του επέτρεπε να κοιτάει κι αυτός έξω από το παράθυρο.

Οι άντρες κατέληξαν να μιλούν ατελείωτα. Μιλούσαν για τις συζύγους τους, τις οικογένειες τους, τα σπίτια τους, τις δουλειές τους, τη θητεία τους στον στρατό, ακόμα και για το που είχαν πάει διακοπές.

Κάθε απόγευμα, ο άντρας που του επιτρεπόταν να μένει καθιστός περιέγραφε στον συγκάτοικό του όλα όσα έβλεπε από το παράθυρο του δωματίου.

Ο άντρας που βρισκόταν σε αναγκαστική ακινησία άρχιζε να καταλαβαίνει πως ζει γι' αυτές τις μοναδικές απογευματινές ώρες που η αγάπη του για την ζωή μεγάλωνε και ζωντάνευε από όλη την δραστηριότητα και τα χρώματα του έξω κόσμου.

Το παράθυρο έβλεπε σε ένα πάρκο με μια θαυμάσια λίμνη. Πάπιες και κύκνοι κολυμπούσαν εκεί, και τα παιδιά έπαιζαν με μικρά μοντέλα σκαφών στο νερό.
Νεαρά ζευγάρια περπατούσαν πιασμένα χέρι χέρι μέσα στα υπέροχα λουλούδια που είχαν τα χρώματα του ουράνιου τόξου.
Τεράστια παλιά δέντρα στέκονταν με χάρη επάνω στο έδαφος και μια υπέροχη θέα του ουρανοξύστη της πόλης φαινόταν από μακριά.

Καθώς ο άντρας δίπλα στο παράθυρο εξηγούσε όλες αυτές τις όμορφες λεπτομέρειες, ο άντρας στο διπλανό κρεβάτι φαντάζονταν όλα αυτά που άκουγε.

Ένα απόγευμα ο άντρας που ήταν δίπλα στο παράθυρο, περίγραφε μια παρέλαση που περνούσε.
Παρόλο που ο άντρας στο δίπλα κρεβάτι δεν μπορούσε να ακούσει τον ήχο της μπάντας, μπορούσε και μόνο με τα μάτια του μυαλού του να δει τους κλόουν που χόρευαν, τα πολύχρωμα άρματα και τα όμορφα διακοσμημένα αυτοκίνητα και άλογα.

Οι μέρες πέρασαν. Ο άντρας που δεν μπορούσε να δει από το παράθυρο άρχισε να επιτρέπει σπόρους έχθρας να αναπτύσσονται μέσα του. Όσο και να εκτιμούσε τις περιγραφές του συγκατοίκου του, ευχόταν μέσα του να ήταν αυτός ο οποίος θα μπορούσε να δει την θέα από το παράθυρο. Άρχισε να αποστρέφεται τον συγκάτοικο του και στο τέλος ο πόθος του να είναι δίπλα στο παράθυρο τον έφερε σε απόγνωση.

Ένα πρωινό, ενώ οι δυο συγκάτοικοι είχαν προ πολλού σταματήσει να μιλιούνται, σε μια επίσκεψη της η νοσοκόμα βρήκε στο δωμάτιο τον άντρα δίπλα στο παράθυρο νεκρό. Είχε πεθάνει ειρηνικά μέσα στον ύπνο του. Λυπημένα κάλεσε τους νοσοκόμους και απομάκρυνε το πτώμα του.

Ο άλλος άντρας ζήτησε να μετακινηθεί εκείνος στο κρεβάτι που βρίσκονταν δίπλα στο παράθυρο.
Η νοσοκόμα με πολύ προθυμία τον μετακίνησε και φρόντισε να είναι άνετος. Σιγά-σιγά στηρίχθηκε με πόνο στον αγκώνα του για να σηκωθεί και να ρίξει μια ματιά έξω. Επιτέλους θα μπορούσε να δει τον έξω κόσμο και όλες τις δραστηριότητες του.

Αυτό που είδε ήταν ένας κενός τοίχος !

Κάλεσε την νοσοκόμα και την ρώτησε:

-Πως μπορούσε ο συγκάτοικος μου να βλέπει όλα αυτά που μου περίγραφε; Πως μπορούσε να μου μιλάει για τόση ομορφιά και με τόσες λεπτομέρειες, όταν αυτό που φαίνεται από αυτό εδώ το παράθυρο είναι ένας παλιός και βρώμικος τοίχος;

Και η νοσοκόμα του απάντησε :

-Ω θεέ μου... δεν το ξέρατε πως ο πρώην συγκάτοικος σας ήταν τυφλός; Δεν μπορούσε να δει καν τον τοίχο, ίσως ήθελε να σας ενθαρρύνει.

Εάν ζούμε μια ζωή βασανίζοντας τον εαυτό μας για το τι έχουν οι άλλοι, πιθανότατα θα χάσουμε την χαρά του να γίνουμε αποδέκτες αυτών που οι άλλοι θέλουν να μας δώσουν.


Αναδημοσίεση από: Ο Θεός αγάπη εστί

Τετάρτη 14 Μαΐου 2025

Χτίζετε γέφυρες ή φράκτες; (Διδακτική ιστορία)


Μια φορά κι έναν καιρό, μάλωσαν δύο αδέλφια που ζούσαν σε γειτονικές φάρμες. Ήταν το πρώτο σοβαρό ρήγμα στη σχέση τους. Για 40 χρόνια, εργάζονταν μαζί ως γεωργοί, μοιράζονταν χωρίς κανένα πρόβλημα τα γεωργικά μηχανήματα, και συνεργάζονταν αρμονικά για την εμπορία των προϊόντων τους.

Όμως, η μακρά συνεργασία τους διεκόπη απότομα. Η διένεξη ξεκίνησε από μια μικρή παρεξήγηση, εξελίχθηκε σε μια σημαντική διαφορά, και τελικά κατέληξε σε ανταλλαγή πικρών κουβέντων.

Ένα πρωί κάποιος χτύπησε την πόρτα του μεγαλύτερου αδελφού. Εκείνος άνοιξε και αντίκρισε έναν άνθρωπο με την εργαλειοθήκη ενός ξυλουργού.

«Ψάχνω για δουλειά λίγων ημερών» είπε. «Ίσως έχετε ανάγκη για κάποιες μικροεργασίες και θα μπορούσα να σας φανώ χρήσιμος».

«Πράγματι» αναφώνησε ο μεγαλύτερος αδελφός. «Έχω μια δουλειά για σένα. Κοίταξε σε εκείνο τον κολπίσκο στο απέναντι αγρόκτημα. Αυτός είναι ο γείτονάς μου. Στην πραγματικότητα, είναι ο μικρότερος αδερφός μου. Μέχρι την περασμένη εβδομάδα υπήρχε ένα χωράφι ανάμεσα μας.

Όμως, έσκαψε με την μπουλντόζα του μέχρι το ανάχωμα του ποταμού και τώρα υπάρχει ένα ποταμάκι ανάμεσα μας. Λοιπόν, μπορεί να κατάφερε να μ" εκνευρίσει, αλλά εγώ θα κάνω κάτι χειρότερο.»

«Βλέπεις αυτή τον σωρό με ξύλα στο στάβλο; Θέλω να φτιάξεις ένα ψηλό φράχτη. Δεν θέλω να ξαναδώ το πρόσωπό του».

Ο ξυλουργός απάντησε: «Νομίζω ότι καταλαβαίνω την κατάσταση. Πιστεύω ότι μπορώ να τα καταφέρω και ότι στο τέλος θα ευχαριστηθείς με τη δουλειά μου».

Ο μεγαλύτερος αδελφός έπρεπε να πάει στην πόλη γα να τελειώσει κάποιες δουλειές. Έτσι, βοήθησε τον ξυλουργό να μεταφέρει τα ξύλα, και έφυγε για την πόλη.

Ο ξυλουργός εργάστηκε σκληρά κατά τη διάρκεια της μέρας. Λίγο πριν το ηλιοβασίλεμα, όταν ο γεωργός επέστρεψε, ο ξυλουργός είχε μόλις τελειώσει τη δουλειά του.

Τα μάτια του αγρότη γούρλωσαν από αυτό που αντίκρισε. Δεν είχε κατασκευαστεί ο φράχτης που είχε ζητήσει. Αντί για τον φράχτη, υπήρχε μια γέφυρα από την μια μεριά του ρέματος μέχρι την άλλη.

Εκείνη την ώρα, είδε από την άλλη μεριά της γέφυρας να έρχεται προς το μέρος του ο γείτονας, ο νεώτερος αδελφός του. Όταν τον πλησίασε, άπλωσε τα χέρια του και αναφώνησε:

«Είσαι ο καλύτερος αδελφός που θα μπορούσα να είχα. Μετά από όλα όσα έχω κάνει και έχω πει εναντίον σου, έχτισες μια γέφυρα ανάμεσα μας».

Τα δύο αδέλφια αγκαλιάστηκαν, μετανιωμένα για ότι είχε συμβεί ανάμεσα τους. Γύρισαν και είδαν τον ξυλουργό να σηκώνει την εργαλειοθήκη και να την κρεμάει στον ώμο του.

«Όχι, μην φεύγεις, περίμενε! Μείνε λίγες ημέρες. Έχω κι άλλες εργασίες για σένα», είπε ο μεγαλύτερος αδελφός.

«Θα ήθελα πολύ να μείνω» είπε ο ξυλουργός, «αλλά έχω να χτίσω κι άλλες γέφυρες».

Αναδημοσίευση από: Αηδόνι