Τα νέα του Ιερού Ναού μας για τον Μάρτιο

1. Εξωκλήσι Μεγάλου Βασιλείου και Αγίας Αγάπης
Με ιδιαίτερη χαρά σας ενημερώνουμε ότι βρισκόμαστε στην φάση εικονογράφησης του τέμπλου στο εξωκλήσι των Αγίων Βασιλείου και Αγάπης Και στο εξωκλήσι της Αναστάσεως στο κοιμητήριο Αγίας Νάπας. Όσοι επιθυμούν να γίνουν δωρητές για τις εικόνες του τέμπλου μπορούν να αποταθούν στον κ. Μάριο Πέροικο 99637877.

2. Κατά το μήνα Μάρτιο ο Εσπερινός και το Μέγα Απόδειπνο αρχίζουν στις 5:00μ.μ. Ο Όρθρος τις Κυριακές στις 6:30π.μ.-9:45π.μ.

Πέμπτη 19 Μαρτίου 2026

19/03: Άγιοι Χρύσανθος και Δαρεία



Ζῶσι Χρύσανθος καὶ Δαρεία ἐν πόλῳ,
Κἂν ἐκπνέωσι, ζῶντες εἰσδύντες βόθρῳ.
Χῶσαν συζυγίην δεκάτῃ ἐνάτῃ ὁμόλεκτρον.

Βιογραφία
Οι Άγιοι Μάρτυρες Χρύσανθος και Δαρεία έζησαν κατά τους χρόνους του βασιλέως Νουμεριανού (243 - 284 μ.Χ.). Ο Άγιος Χρύσανθος καταγόταν από την Αλεξάνδρεια και ήταν υιός επιφανούς ειδωλολάτρου, του Πολέμωνος. Όμως κατηχήθηκε στην χριστιανική πίστη από κάποιο Χριστιανό και βαπτίσθηκε. Όταν ο πατέρας του πληροφορήθηκε το γεγονός, τον φυλάκισε και, για να τον αποσπάσει από την χριστιανική πίστη, του έδωσε για γυναίκα του την ωραία Δαρεία, η οποία καταγόταν από την Αθήνα και ήταν ειδωλολάτρισσα.

Αντί όμως να προσελκύσει η Δαρεία τον σύζυγό της Χρύσανθο στην ειδωλολατρία, συνέβη το αντίθετο. Πίστεψε κι αυτή στον Χριστό και βαπτίσθηκε. Τότε τους κατήγγειλαν στον ύπαρχο Κελερίνο, ο οποίος τους παρέδωσε στον τριβούνο (διοικητή τάγματος) Κλαύδιο. Το μαρτύριο άρχισε. Αλλά η καρτερία και η επιμονή των μαρτύρων εξέπληξε τον Κλαύδιο, ο οποίος μαζί με την σύζυγό του Ιλαρία, τους υιούς του Ιάσονα και Μαύρο και τους στρατιώτες του (βλέπε ίδια ημέρα) πίστεψε στον Χριστό.

Στην συνέχεια έριξαν τους Αγίους Χρύσανθο και Δαρεία μέσα σε λάκκο και τους ενταφίασαν ζωντανούς. Ήταν το έτος 283 μ.Χ.


Ἀπολυτίκιον
Ἦχος δ’. Ταχύ προκατάλαβε.
Οἱ Μάρτυρές σου Κύριε, ἐν τῇ ἀθλήσει αὐτῶν, τὸ στέφος ἐκομίσαντο τῆς ἀφθαρσίας, ἐκ σοῦ τοῦ Θεοῦ ἡμῶν· σχόντες γὰρ τὴν ἰσχύν σου, τοὺς τυράννους καθεῖλον· ἔθραυσαν καὶ δαιμόνων τὰ ἀνίσχυρα θράση. Αὐτῶν ταῖς ἱκεσίαις Χριστέ ὁ Θεός, σῶσον τὰς ψυχὰς ἡμῶν.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον
Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.
Θείας πίστεως, τῇ ἐπιγνώσει, πᾶσαν ἔλιπες, πατρῴαν πλάνην, καὶ Χριστῷ κατηκολούθησας Χρύσανθε, ᾧ καὶ προσάγεις Δαρείαν τὴν πάνσεμνον, καὶ σὺν αὐτῇ τὸν ἀγῶνα ἐτέλεσας. Μεθ' ἧς πρέσβευε, δοθῆναι τοῖς σὲ γεραίρουσι, πταισμάτων ἱλασμὸν καὶ μέγα ἔλεος.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον (Κατέβασμα)
Tὴν σύμπνουν ξυνωρίδα τῶν μαρτύρων τιμήσωμεν, Χρύσανθον ἁγνείας τὸ ἄνθος καὶ Δαρείαν τὴν πάνσεμνον· τῇ πίστει ἑνωθέντες γὰρ σεπτῶς, ἐδείχθησαν τοῦ Λόγου κοινωνοί, ἐναθλήσαντες νομίμως ὑπὲρ αὐτοῦ καὶ σῴζουσι τοὺς ψάλλοντας· δόξα τῷ ἐνισχύσαντι ὑμᾶς, δόξα τῷ στεφανώσαντι, δόξα τῷ ἐνεργοῦντι δι' ἡμῶν πᾶσιν ἰάματα.

Κοντάκιον
Ἦχος α’. Χορὸς Ἀγγελικός.
Ὡς κρίνον χρυσαυγές, τήν ὀσμήν εὐσεβείας, ἐμπνεύσας δαψιλῶς, Χρύσανθε Ἀθλοφόρε, πρὸς γνῶσιν σωτήριον, τήν Δαρείαν ἐφείλκυσας, μεθ᾽ἧς ἤθλησας, καὶ τὸν ἀρχέκακον ὄφιν, τροπωσάμενος, πρός ἀκηράτους παστάδας, ἀξίως ἐπήρθητε.

Κάθισμα
Ἦχος γ’. Τὴν ὡραιότητα.
Τὸ ὡραιότατον κάλλος ἐπόθησας καὶ τὰ ὁρώμενα κάλλη παρέδραμες, καὶ προσηγάγω τῷ Χριστῷ, χρυσέοις Μάρτυς λόγοις σου, Χρύσανθε μακάριε, τὴν Δαρείαν τὴν ἔνδοξον, ἄθλους διανύσασαν, καὶ τυράννους αἰσχύνασαν, μεθ' ἧς ἡμῶν μνημόνευσε πάντων, τῶν πίστει τελούντων τὴν μνήμην ὑμῶν.

Μεγαλυνάριον
Σύμφρονες ὁμόζυγοι Ἀθληταί, οἱ τοῦ Ζωοδότου, πειθαρχήσαντες τῷ ζυγῷ, χαίρετε ἀπαύστως, Χρύσανθε καὶ Δαρεία, τῆς παγκαλοῦς ἁγνείας, τερπνὰ ἀλάβαστρα.

Αναδημοσίευση από: Ορθόδοξος Συναξαριστής

Τρίτη 17 Μαρτίου 2026

17/03: Όσιος Αλέξιος ο άνθρωπος του Θεού


Ἄνθρωπος ἐν γῇ τοῦ Θεοῦ κληθεὶς μόνος,
Ἕξεις τὶ καινὸν κἄν πόλῳ, Πάτερ μόνος.
Ἑβδομάτῃ δεκάτῃ, Ἀλέξιε, πότμον ἀνέτλης.

Βιογραφία
Ο Όσιος Αλέξιος γεννήθηκε στη Ρώμη κατά τους χρόνους των αυτοκρατόρων Αρκαδίου (395 - 408 μ.Χ.) και Ονωρίου (395 - 423 μ.Χ.) από ευσεβείς και εύπορους γονείς. Ο πατέρας του Ευφημιανός ήταν συγκλητικός, φιλόπτωχος και συμπαθής, ώστε καθημερινά παρέθετε τρεις τράπεζες στο σπίτι του για τα ορφανά, τις χήρες και τους ξένους που ήταν πτωχοί. Η γυναίκα του ονομαζόταν Αγλαΐς και ήταν άτεκνη. Στη δέησή της να αποκτήσει παιδί, ο Θεός την εισάκουσε. Και τους χάρισε υιό. Αφού το παιδί μεγάλωσε κι έλαβε την κατάλληλη παιδεία, έγινε σοφότατος και θεοδίδακτος. Όταν έφθασε στη νόμιμη ηλικία, τον στεφάνωσαν με θυγατέρα από βασιλική και ευγενική γενιά. Το βράδυ όμως στο συζυγικό δωμάτιο ο Όσιος, αφού πήρε το χρυσό δακτυλίδι και τη ζώνη, τα επέστρεψε στην σύζυγό του και εγκατέλειψε τον κοιτώνα. Παίρνοντας αρκετά χρήματα από τα πλούτη του έφυγε με πλοίο περιφρονώντας την ματαιότητα της επίγειας δόξας. Καταφθάνει στην Λαοδικεία της Συρίας και από εκεί στην Έδεσσα της Μεσοποταμίας. Εκεί ο Όσιος Αλέξειος μοίρασε τα χρήματα στους πτωχούς, ακόμη και τα ιμάτιά του, και, αφού ενδύθηκε με κουρελιασμένα και χιλιομπαλωμένα ρούχα, κάθισε στο νάρθηκα του ναού της Υπεραγίας Θεοτόκου, ως ένας από τους πτωχούς. Προτίμησε έτσι να ζει με νηστεία όλη την εβδομάδα και να μεταλαμβάνει των Αχράντων Μυστηρίων κάθε Κυριακή, ενώ μόνο τότε έτρωγε λίγο άρτο και έπινε λίγο νερό.

Οι γονείς του όμως τον αναζητούσαν παντού και έστειλαν υπηρέτες τους να τον βρουν. Στην αναζήτησή τους έφθασαν μέχρι το ναό της Έδεσσας, χωρίς ωστόσο να τον αναγνωρίσουν. Οι δούλοι επέστρεψαν άπρακτοι στη Ρώμη, ενώ η μητέρα του Αλέξιου με οδύνη, φορώντας πτωχά ενδύματα, καθόταν σε μια θύρα του σπιτιού πενθώντας νύχτα και ημέρα. Το ίδιο και η νύφη, που φόρεσε τρίχινο σάκκο και παρέμεινε κοντά στην πεθερά της.

Ο Όσιος Αλέξιος για δεκαεπτά χρόνια παρέμεινε στο νάρθηκα του ναού της Θεοτόκου ευαρεστώντας το Θεό. Και μια νύχτα η Θεοτόκος παρουσιάστηκε στον προσμονάριο του ναού σε όνειρο και του ζήτησε να του φέρει μέσα στο ναό τον άνθρωπο του Θεού. Τότε ο προσμονάριος, αφού βγήκε από το ναό και δεν βρήκε κανένα παρά μόνο τον Αλέξιο, εδεήθηκε στη Θεοτόκο να του υποδείξει τον άνθρωπο, όπως κι έγινε. Τότε πήρε από το χέρι τον Όσιο Αλέξιο και τον εισήγαγε στο ναό με κάθε τιμή και μεγαλοπρέπεια.

Μόλις ο Όσιος κατάλαβε ότι έγινε γνωστός εκεί, έφυγε κρυφά και σκέφτηκε να πάει στην Ταρσό, στο ναό του Αγίου Παύλου του Αποστόλου, όπου εκεί θα ήταν άγνωστος. Αλλα όμως σχεδίασε η Θεία Πρόνοια. Γιατί βίαιος άνεμος άρπαξε το πλοίο και το μετέφερε στη Ρώμη. Βγαίνοντας από το πλοίο κατάλαβε ότι ο Κύριος ήθελε να επανέλθει ο Αλέξιος στο σπίτι του.

Όταν συνάντησε τον πατέρα του, που δεν αναγνώρισε τον υιό του, του ζήτησε να τον ελεήσει και να τον αφήσει να τρώει από τα περισσεύματα της τράπεζάς του. Με μεγάλη προθυμία ο πατέρας του δέχθηκε να τον ελεήσει και μάλιστα του έδωσε κάποιο υπηρέτη για να τον βοηθάει. Κάποιοι δούλοι από την οικία τον πείραζαν και τον κορόιδευαν, όμως αυτό δεν τον ένοιαζε. Έδινε την τροφή του σε άλλους, παραμένοντας όλη την εβδομάδα χωρίς τροφή και νερό, και μόνο μετά την Κοινωνία των Θείων και Αχράντων Μυστηρίων δεχόταν λίγο άρτο και νερό.

Έμεινε λοιπόν για δεκαεπτά χρόνια στον πατρικό οίκο χωρίς να τον γνωρίζει κανένας. Όταν έφθασε ο καιρός της κοιμήσεώς του, τότε κάθισε κι έγραψε σε χαρτί όλο το βίο του, τους τόπους που πέρασε, αλλά και κάποια από τα μυστικά που γνώριζαν μόνο οι γονείς του. Κάποια Κυριακή, όταν ο Αρχιεπίσκοπος Ιννοκέντιος τελούσε τη Θεία Λειτουργία, ακούσθηκε φωνή από το Άγιο Θυσιαστήριο, που καλούσε τους συμμετέχοντες να αναζητήσουν τον άνθρωπο του Θεού. Την Παρασκευή ο Όσιος Αλέξιος παρέδωσε το πνεύμα του στα χέρια του Θεού, ενώ το απόγευμα της ίδιας μέρας οι πιστοί βασιλείς και ο Αρχιεπίσκοπος προσήλθαν στο ναό για να δεηθούν στο Θεό να τους αποκαλύψει τον άγιο άνθρωπο του Θεού. Τότε μια φωνή τους κατηύθυνε στο σπίτι του Ευφημιανού. Λίγο αργότερα οι βασιλείς μαζί με τον Αρχιεπίσκοπο έφθασαν στο σπίτι του Ευφημιανού, προξενώντας μάλιστα την απορία της γυναίκας και της νύφης του για την παρουσία τους εκεί, και ρώτησαν τον Ευφημιανό . Όμως εκείνος, αφού ρώτησε πρώτα τους υπηρέτες, είπε ότι δεν γνώριζε τίποτα. Στην συνέχεια ο υπηρέτης που φρόντιζε τον Όσιο Αλέξιο, παρακινούμενος από θεία δύναμη ανέφερε τον τρόπο ζωής του πτωχού, τον οποίο εξυπηρετούσε. Τότε ο Ευφημιανός χωρίς να γνωρίζει ότι ο Όσιος είναι ήδη νεκρός, αποκάλυψε το πρόσωπο αυτού, που έλαμπε σαν πρόσωπο αγγέλου. Στο χέρι του Οσίου μάλιστα είδε χαρτί, που δεν μπόρεσε να αποσπάσει. Στη συνέχεια ανέφερε στους επισκέπτες του ότι βρέθηκε ο άνθρωπος του Θεού. Οι βασιλείς και ο Αρχιεπίσκοπος τότε εδεήθησαν στον Όσιο να τους επιτρέψει να δουν το χαρτί που είχε στο χέρι του. Μόλις ο αρχειοφύλακας πήρε στο χέρι του το χαρτί, ο Ευφημιανός αντιλήφθηκε ότι επρόκειτο για τον υιό του, τον οποίο αναζητούσε χρόνια τώρα, και μεγάλο πένθος έπεσε στην οικογένειά του. Θρήνος μεγάλος και από την γυναίκα και τη νύφη του.

Ο βασιλεύς Ονώριος και ο Αρχιεπίσκοπος μετέφεραν το τίμιο λείψανο του Οσίου στο μέσο της πόλεως και κάλεσαν όλο το λαό για να έλθει να προσκυνήσει και να λάβει ευλογία. Όσοι προσέρχονταν και ασπάζονταν το τίμιο λείψανο, άλαλοι, κουφοί, τυφλοί, λεπροί, δαιμονισμένοι, όλοι θεραπεύονταν. Βλέποντας αυτά τα θαύματα οι πιστοί δόξαζαν τον Θεό. Ήταν τόσος ο κόσμος που προσερχόταν για να δει το τίμιο λείψανο, που δεν μπορούσαν να το μεταφέρουν στο ναό του Αγίου Βονιφατίου για να το ενταφιάσουν. Έριξαν ακόμη και χρυσό και άργυρο στον κόσμο για να του αποσπάσουν την προσοχή, αλλά μάταια. Όταν πια μεταφέρθηκε το τίμιο λείψανο στο ναό, για επτά μέρες γιόρταζαν πανηγυρικά και στην γιορτή συμμετείχαν οι γονείς και η νύφη. Στη συνέχεια τοποθετήθηκε το τίμιο λείψανο σε θήκη φτιαγμένη από χρυσό, άργυρο και πολύτιμους λίθους. Αμέσως άρχισε να ευωδιάζει και να αναβλύζει μύρο, το οποίο έγινε ίαμα και θεραπεία για όλους.


Ἀπολυτίκιον (Κατέβασμα)
Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Ἐκ ῥίζης ἐβλάστησας, περιφανοῦς καί κλεινῆς, ἐκ πόλεως ἤνθησας, βασιλικῆς καί λαμπρᾶς, Ἀλέξιε πάνσοφε· πάντων δ᾽ ὑπερφρονήσας, ὡς φθαρτῶν καί ῥεόντων, ἔσπευσας συναφθῆναι, τῷ Χριστῷ καί Δεσπότῃ. Αὐτόν οὖν ἐκδυσώπει ἀεί, ὑπέρ τῶν ψυχῶν ἡμῶν.

Κοντάκιον
Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.
Ἀλεξίου σήμερον τοῦ πανολβίου, ἑορτήν τήν πάνσεπτον, ἐπιτελοῦντες εὐσεβῶς, αὐτόν ὑμνήσωμεν λέγοντες· χαίροις Ὁσίων τερπνόν ἐγκαλλώπισμα.

Κάθισμα
Ἦχος πλ. δ’. Τὴν Σοφίαν καὶ Λόγον.
Τοὺς ἱδρῶτας καὶ πόνους τους σοὺς Σοφέ, νοερῶς θεωροῦντες πάντες πιστοί, πάσης κατανύξεως τὰς ψυχὰς ἐμπιπλάμεθα, καὶ πρὸς θείους ὕμνους καὶ δόξαν καὶ αἴνεσιν, τοῦ Δεσπότου τῶν ὅλων, παμμάκαρ Ἀλέξιε, πόθῳ ἐγκαρδίῳ, ἑαυτοὺς συγκινοῦμεν, ᾠδαῖς σε γεραίροντες, καὶ πιστῶς ἐκβοῶντές σοι, ὡς Κυρίου θεράποντι· Πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ, τῶν πταισμάτων ἄφεσιν δωρήσασθαι, τοῖς ἑορτάζουσι πόθῳ, τὴν ἁγίαν μνήμην σου.

Ὁ Οἶκος
Τὶς τὰς σεπτάς σου ἀρετὰς ἀξίως εὐφημήσει, καὶ ἱκανῶς ὑμνήσει, Ἀλέξιε θεόφρον, τὴν σωφροσύνην, τὴν ὑπομονήν, τὴν πραότητα, τὴν ἐγκράτειαν, τὸν ἀκατάπαυστον ὕμνον, τὴν ἄκραν σκληραγωγίαν, καὶ ἄμετρον ταπείνωσιν, δι' ὧν Ἀγγέλοις ἐφάμιλλος γενόμενος. Πρεσβεύεις ἀεὶ ὑπὲρ τοῦ κόσμου παντός· διὸ ἀκούεις Ὅσιε, νῦν παρὰ πάντων Πιστῶν. Χαίροις Ὁσίων τερπνὸν ἐγκαλλώπισμα.

Μεγαλυνάριον
Κλῆσιν τὴν οὐράνιον ἐσχηκώς, μόνος ἐν Ἁγίοις, Θεοῦ ἄνθρωπος θαυμαστός, Ἀλέξιε σὺ ὤφθης, τῷ ἰσαγγέλῳ βίῳ· διὸ τῆς τῶν Ἀγγέλων, χαρᾶς ἠξίωσαι.

Αναδημοσίευση από: Ορθόδοξος Συναξαριστής

Κυριακή 15 Μαρτίου 2026

Κυριακή Γ' Νηστειών, της Σταυροπροσκυνήσεως, Μαρκ. η΄ 34- θ΄ 1 - Εβρ. δ΄ 14- ε΄ 6



Ζωηφόρος Δύναμη

“Όστις θέλει οπίσω μου ακολουθείν, απαρνησάσθω εαυτόν
και αράτω τον σταυρόν αυτού, και ακολουθείτω μοι”.

Η φωτοχυσία της Ανάστασης στην οποία προσανατολίζεται κάθε πιστός που διάγει την περίοδο αυτή το Στάδιο των Αρετών, προϋποθέτει τον Σταυρό του Κυρίου μας μέσα από ένα Σταυροαναστάσιμο οδοιπορικό. Ο Σταυρός που ήταν σύμβολο του θανάτου έγινε εγγύηση της ζωής. Έδωσε την ευκαιρία στην αγάπη να σταυρωθεί και να γίνει έτσι αθάνατη. Ο σημερινός άνθρωπος ζώντας σ’ ένα κλίμα άκρατου ανταγωνισμού και υλιστικής θεώρησης των πραγμάτων, αναζητά εναγωνίως διεξόδους τις οποίες μπορεί να ανακαλύψει και να ιχνηλατήσει στην προοπτική της δύναμης του Σταυρού. Με φόντο τη ζωηφόρο παρουσία Του, επιβάλλεται να αποτολμήσει την έξοδο εκείνη που θα τον απάλλασσε από τις φοβερές συνέπειες της αμαρτίας και κατ’ επέκταση τα λογής αδιέξοδα που βιώνει στη ζωή του.

Δεν είναι τυχαίο που η μητέρα μας Εκκλησία καθιέρωσε την Κυριακή της Σταυροπροσκύνησης, αναδεικνύοντας έτσι τον Σταυρό που προβάλλει ως η ζωηφόρος εκείνη δύναμη που δίνει τη δυνατότητα ενατένισης σε αιώνιους προσανατολισμούς. Μας θυμίζει συγκεκριμένα ότι ο δρόμος που οδηγεί στη συνάντηση με τον Αναστημένο Χριστό περνά μέσα από το σταύρωμα. Μας πλημμυρίζει με θάρρος, δείχνοντάς μας έτσι ότι η σταύρωση αυτή στην πραγματικότητα είναι ένας ζωηφόρος θάνατος και μια σταυρόμορφη Ανάσταση. “Χριστός ο Βασιλεύς της δόξης, εκουσίως χείρας εκτείνας ύψωσεν ημάς εις την αρχαίαν μακαριότητα. Ούς πριν ο εχθρός, δι΄ ηδονής συλήσας, εξορίστους θεού πεποίηκε”, αναφέρεται στον υμνολογικό πλούτο που διαποτίζει την Κυριακή της Σταυροπροσκυνήσεως.

Ο Σταυρός του Κυρίου
Ο Χριστός απευθυνόμενος στους μαθητές του, τονίζει τα εξής: “Όποιος θέλει να με ακολουθήσει ας απαρνηθεί τον εαυτό του και ας σηκώσει τον σταυρό του”. Τα λόγια αυτά είναι πολύ σημαντικά για την πνευματική πορεία που ακολουθεί ο κάθε χριστιανός, που θεωρεί τον εαυτό του μαθητή του Χριστού. Αφού η πορεία του Ιησού δεν περνά μέσα από τιμές, δόξες και μεγαλεία αλλά από το Σταυρό και το Πάθος, δεν μπορεί να είναι διαφορετικός ο δρόμος που ξεδιπλώνεται μπροστά σε όσους συνειδητά θέλουν να τον ακολουθήσουν.

Ο Σταυρός βέβαια δεν είναι πλέον το ατιμωτικό σύμβολο της αρχαιότητας, αλλά η ζωηφόρος δύναμη που οδηγεί στην Ανάσταση. Είναι το αήττητο τρόπαιο, όπλον κραταιόν κατά του διαβόλου, το σταθερό εκείνο στήριγμα για κάθε πιστό στην πορεία του.

Αγαπητοί αδελφοί, η Εκκλησία μας προβάλλει το Σταυρό του Χριστού στο μέσο περίπου της περιόδου της Μεγάλης Τεσσαρακοστής για να Τον προσκυνήσουν οι πιστοί και ενισχυμένοι να συνεχίσουν τον πνευματικό τους αγώνα. Έναν αγώνα που θα τους φέρει έτοιμους στην Μεγάλη Βδομάδα και το Πάσχα. Μάλιστα η συγκεκριμένη περικοπή, με φόντο το Σταυρό, αναγινώσκεται την περίοδο αυτή που προσφέρεται ιδιαίτερα για την κάθαρση των ψυχών και των σωμάτων. Όπως ακούσαμε στο ευαγγελικό ανάγνωσμα, καλείται ο κάθε άνθρωπος να μαθητεύσει κοντά στο Χριστό σηκώνοντας το δικό του σταυρό στη ζωή του.

Πρέπει να γνωρίζουμε ότι η μαθητεία κοντά στο Χριστό, σημαίνει πλήρη αυταπάρνηση και πλήρη παράδοση του εαυτού μας στην αγάπη του Κυρίου μας. Αυτό δεν είναι τόσο εύκολο διότι ο άνθρωπος πολλές φορές αρνείται να αποδεσμευθεί από τα ψεύτικα στηρίγματα τα οποία δεν του επιτρέπουν να προσεγγίσει τα βιώματα της θείας ζωής. Απαιτεί άσκηση και πολύ κόπο η προσπάθειά μας να γίνουμε πραγματικοί μαθητές του Χριστού και να ζούμε με πυξίδα την αγάπη Του. Και βέβαια, πρέπει να έχουμε υπόψιν ότι η μαθητεία κοντά στο Χριστό δεν εκφράζεται μόνο με την πίστη που επιδεικνύουμε σε περιόδους διωγμών, αλλά φανερώνεται μέσα από το καινούργιο ήθος στην καθημερινή μας ζωή. Αυτό το ήθος απορρέει από τη σταυρωμένη αγάπη που παραπέμπει σε αιώνιες και ακατάλυτες αντοχές.

Χριστάκης Ευσταθίου, Θεολόγος

Σάββατο 14 Μαρτίου 2026

Οι αρετές του χώρου της καρδιάς: η συγχώρηση

…Η πρώτη αρετή σχετίζεται με το άνοιγμα της καρδιάς μας, την αύξηση της χωρητικότητάς της. Είναι ανάγκη να χωρούν μέσα μας οι άλλοι, να χωρούν τα ελαττώματά τους, να χωρούν τα όσα έχουν κάνει εις βάρος μας, ακόμη και οι δικαιολογίες τους, έστω κι αν δεν μας φαίνονται και τόσο επαρκείς ή αληθινές. Να μπορεί να χωρέσει κάθε αδυναμία τους. Να μπορεί να χωρέσει η ενοχλητικότητά τους, η αδυναμία μας να τους καταλάβουμε και η δυσκολία που φυσικά μας προκαλούν.

Κάνουμε τόση πάλη πολλές φορές να δεχθούμε τους άλλους όπως είναι! Διότι έχουμε την απαίτηση να είναι όπως εμείς θέλουμε . Αυτό όμως δεν γίνεται. Κάτι κακό μας κάνουν συνειδητά ή ασυνείδητα. Κάποια παράξενη συνήθεια έχουν. Ενδεχομένως κάποιους τρόπους διαφορετικής αγωγής από τους δικούς μας ,κάποιες εξωτερικές συνήθειες που δεν μας ταιριάζουν, κάποιες αδυναμίες, κάποιες εκφράσεις της πεπτωκυίας , της περασμένης αμαρτωλής φύσης του ανθρώπου έχουν κι αυτοί, όπως αναντίρρητα έχουμε κι εμείς. Μας καλεί λοιπόν ο Θεός να ανοίξουμε την καρδιά μας και να βάλουμε μέσα τους συνανθρώπους μας όπως είναι, να τους αγαπήσουμε σαν αδελφούς μας. Τα αδέλφια δεν αγαπιούνται γιατί είναι καλά. Αγαπιούνται γιατί είναι αδέλφια ,μέτοχοι της ίδιας φύσεως , των ίδιων χαρακτηριστικών , της ίδιας κληρονομικότητας. Κι εμείς έχουμε την ίδια κληρονομικότητα ,έχουμε τις ίδιες αμαρτίες, τα ίδια χαρακτηριστικά της σφραγίδας του πεσμένου ανθρώπου. Αλλά έχουμε επίσης τα ίδια χαρακτηριστικά που μας δίνει η κολυμβήθρα του αγίου Βαπτίσματος. Τα χαρακτηριστικά της δυνατότητος να προσέλθουμε και να προσεγγίσουμε τη Χάρι του Θεού. Μας προτρέπει λοιπόν και η Εκκλησία, πριν αρχίσουμε τον αγώνα, πριν προσέλθουμε στα μυστήρια, πριν γευθούμε τη χαρά της Αναστάσεως, πριν κάνουμε οποιοδήποτε άλλο βήμα, να ανοίξουμε την καρδιά μας και να βάλουμε μέσα τους αδελφούς μας. Να ξεχάσουμε αυτά που μας έχουν κάνει, να αφήσουμε κάθε πικρία, να σβήσουμε κάθε αρνητικό απόηχο από την καρδιά μας. 

Το πρώτο βήμα, συνεπώς, και η πρώτη αρετή είναι αυτή που όλοι ξέρουμε πόσο εύκολη είναι στον ορισμό της και πόσο δύσκολη στη πρακτική της˙ είναι η αρετή της συγχωρήσεως. Πρέπει να αγιάσουμε τον χώρο. Και για να γίνει αυτό, πρέπει να αγιάσουμε τον δικό μας καρδιακό χώρο, τον χώρο της ανθρώπινης υποστάσεώς μας˙ αυτόν, που ενώ είναι προορισμένος να λειτουργεί ως χώρος του προσώπου μας, στον οποίον να εκφράζεται και να αναπαύεται ο Θεός, συνήθως παρουσιάζεται ως χώρος του εγώ μας, ο οποίος κυριαρχείται από τα πάθη της φιλαυτίας μας. Το πρώτο βήμα για να αγιασθεί ο χώρος της ψυχής μας είναι να δεχθούμε τους άλλους μέσα μας…


Από το βιβλίο: «ΝΙΚΟΛΑΟΥ Μητροπολίτου Μεσογαίας και Λαυρεωτικής, Από το καθ’ ημέραν στο καθ’ ομοίωσιν» Εκδόσεις: Εν πλω 

Αναδημοσίευση από: Εώς εσχάτου της γης

Παρασκευή 13 Μαρτίου 2026

Γ' Στάσις - Χαιρετισμοί προς την Παναγία




Ακάθιστος Ύμνος - Γ' Στάσις

Νέαν ἔδειξε κτίσιν,
ἐμφανίσας ὁ Κτίστης,
ἡμῖν τοῖς ὑπ' αὐτοῦ γενομένοις·
ἐξ ἀσπόρου βλαστήσας γαστρός,
καὶ φυλάξας ταύτην,
ὥσπερ ἦν ἄφθορον,
ἵνα τὸ θαῦμα βλέποντες,
ὑμνήσωμεν αὐτὴν βοῶντες·
Χαῖρε, τὸ ἄνθος τῆς ἀφθαρσίας,
χαῖρε, τὸ στέφος τῆς ἐγκρατείας.
Χαῖρε, ἀναστάσεως τύπον ἐκλάμπουσα,
χαῖρε, τῶν Ἀγγέλων τὸν βίον ἐμφαίνουσα.
Χαῖρε, δένδρον ἀγλαόκαρπον, ἐξ οὗ τρέφονται πιστοί,
χαῖρε, ξύλον εὐσκιόφυλλον, ὑφ' οὗ σκέπονται πολλοί.
Χαῖρε, κυοφοροῦσα ὁδηγὸν πλανωμένοις,
χαῖρε, ἀπογεννῶσα λυτρωτὴν αἰχμαλώτοις.
Χαῖρε, Κριτοῦ δικαίου δυσώπησις,
χαῖρε, πολλῶν πταιόντων συγχώρησις.
Χαῖρε, στολὴ τῶν γυμνῶν παρρησίας,
χαῖρε, στοργὴ πάντα πόθον νικῶσα.
Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.

Ξένον τόκον ἰδόντες,
ξενωθῶμεν τοῦ κόσμου, τὸν νοῦν εἰς οὐρανὸν μεταθέντες·
διὰ τοῦτο γὰρ ὁ ὑψηλὸς Θεός,
ἐπὶ γῆς ἐφάνη ταπεινὸς ἄνθρωπος·
βουλόμενος ἑλκύσαι πρὸς τὸ ὕψος,
τοὺς αὐτῷ βοώντας·
Ἀλληλούια.

Ὅλως ἦν ἐν τοῖς κάτω,
καὶ τῶν ἄνω οὐδόλως ἀπῆν,
ὁ ἀπερίγραπτος Λόγος·
συγκατάβασις γὰρ θεϊκή,
οὐ μετάβασις τοπικὴ γέγονε,
καὶ τόκος ἐκ Παρθένου θεολήπτου,
ἀκουούσης ταῦτα·
Χαῖρε, Θεοῦ ἀχωρήτου χώρα,
χαῖρε, σεπτοῦ μυστηρίου θύρα.
Χαῖρε, τῶν ἀπίστων ἀμφίβολον ἄκουσμα,
χαῖρε, τῶν πιστῶν ἀναμφίβολον καύχημα.
Χαῖρε, ὄχημα πανάγιον τοῦ ἐπὶ τῶν Χερουβείμ,
χαῖρε, οἴκημα πανάριστον τοῦ ἐπὶ τῶν Σεραφείμ.
Χαῖρε, ἡ τἀναντία εἰς ταὐτὸ ἀγαγοῦσα,
χαῖρε, ἡ παρθενίαν καὶ λοχείαν ζευγνῦσα.
Χαῖρε, δι' ἧς ἐλύθη παράβασις,
χαῖρε, δι' ἧς ἠνοίχθη παράδεισος.
Χαῖρε, ἡ κλεὶς τῆς Χριστοῦ βασιλείας,
χαῖρε, ἐλπὶς ἀγαθῶν αἰωνίων.
Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.

Πᾶσα φύσις Ἀγγέλων,
κατεπλάγη τὸ μέγα,
τῆς σῆς ἐνανθρωπήσεως ἔργον·
τὸν ἀπρόσιτον γὰρ ὡς Θεόν,
ἐθεώρει πᾶσι προσιτὸν ἄνθρωπον,
ἡμῖν μὲν συνδιάγοντα,
ἀκούοντα δὲ παρὰ πάντων οὕτως·
Ἀλληλούια.

Ρήτορας πολυφθόγγους,
ὡς ἰχθύας ἀφώνους,
ὁρῶμεν ἐπὶ σοὶ Θεοτόκε·
ἀποροῦσι γὰρ λέγειν,
τὸ πῶς καὶ Παρθένος μένεις,
καὶ τεκεῖν ἴσχυσας·
ἡμεῖς δὲ τὸ μυστήριο ν θαυμάζοντες,
πιστῶς βοῶμεν·
Χαῖρε, σοφίας Θεοῦ δοχεῖον,
χαῖρε, προνοίας αὐτοῦ ταμεῖον.
Χαῖρε, φιλοσόφους ἀσόφους δεικνύουσα,
χαῖρε, τεχνολόγους ἀλόγους ἐλέγχουσα.
Χαῖρε, ὅτὶ ἐμωράνθησαν οἱ δεινοὶ συζητηταί,
χαῖρε, ὅτι ἐμαράνθησαν οἱ τῶν μύθων ποιηταί.
Χαῖρε, τῶν Ἀθηναίων τὰς πλοκὰς διασπῶσα,
χαῖρε, τῶν ἁλιέων τὰς σαγήνας πληροῦσα.
Χαῖρε, βυθοῦ ἀγνοίας ἐξέλκουσα,
χαῖρε, πολλοὺς ἐν γνώσει φωτίζουσα.
Χαῖρε, ὁλκὰς τῶν θελόντων σωθῆναι,
χαῖρε, λιμὴν τῶν τοῦ βίου πλωτήρων.
Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.

Σῶσαι θέλων τὸν κόσμον,
ὁ τῶν ὅλων κοσμήτωρ,
πρὸς τοῦτον αὐτεπάγγελτος ἦλθε·
καὶ ποιμὴν ὑπάρχων ὡς Θεός,
δι' ἡμᾶς ἐφάνη καθ' ἡμᾶς ἄνθρωπος·
ὁμοίῳ γὰρ τὸ ὅμοιον καλέσας,
ὡς Θεὸς ἀκούει·
Ἀλληλούια.

Αναδημοσίευση από: Η Ελλάδα ζει με το Χριστό και με σπαθί

Πέμπτη 12 Μαρτίου 2026

Το νόμισμα της καλοσύνης

Κάποτε ο γνωστός συγγραφέας Ντοστογιέφσκι βγήκε στον απογευματινό του περίπατο.

Ενώ η ημέρα έφθανε στο σούρουπο ένας ζητιάνος άπλωσε το χέρι του και ζητούσε βοήθεια. Ο Ντοστογιέφσκι ψάχνει τις τσέπες του να βρει κανένα κέρμα, αλλά δεν βρίσκει τίποτα. Ψάχνει το ρολόι του να το προσφέρει, αλλά και εκείνο το είχε ξεχασμένο στο σπίτι του.

Ο μεγάλος συγγραφέας κοκκίνισε λίγο στο πρόσωπο και πάνω στην αμηχανία του έσκυψε, φίλησε το χέρι του τυφλού και ψιθύρισε: «Συγχώρα με, καλέ μου άνθρωπε, γιατί αυτή τη στιγμή δεν έχω τίποτα να σου προσφέρω»!

Και ο γέρο ζητιάνος απαντά: «Ευχαριστώ πολύ. Το πήρα! Αυτό που μου έδωσες δεν μπορούσα να το βρω αλλού. Το νόμισμα της καλοσύνης σπάνια το βρίσκω..»

Αναδημοσίευση από: Με παρρησία...

Τετάρτη 11 Μαρτίου 2026

11/03: Άγιος Σωφρόνιος Πατριάρχης Ιεροσολύμων

 

Ἔσπευδε τηρεῖν καὶ κεραίαν τοῦ νόμου,
Ὁ Σωφρόνιος, οὗ παρ᾽ οὐρανοῖς κέρας.
Ἑνδεκάτῃ σαόφρων ἔδυ Σωφρόνιος παρὰ τύμβον.