Τα νέα του Ιερού Ναού μας για τον Σεπτέμβριο

1. Εξωκλήσι Μεγάλου Βασιλείου και Αγίας Αγάπης
Με ιδιαίτερη χαρά σας ενημερώνουμε ότι βρισκόμαστε στην φάση εικονογράφησης του τέμπλου στο εξωκλήσι των Αγίων Βασιλείου και Αγάπης Αγίας Νάπας. Όσοι επιθυμούν να γίνουν δωρητές για τις εικόνες του τέμπλου μπορούν να αποταθούν στον κ. Μάριο Πέροικο 99637877.

2. Κατά το μήνα Σεπτέμβριο ο Εσπερινός αρχίζει στις 6:00μ.μ. Ο Όρθρος τις Κυριακές στις 6:30π.μ.-9:30π.μ., και τις καθημερινές 6:30π.μ - 8:30π.μ
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 12 Νοεμβρίου 2013

Πως στεκόμαστε στο ναό του Θεού;


Μεγάλη εὐλογία τοῦ Θεοῦ στὴ ζωή μας καὶ ἰδιαίτερα στὴν πατρίδα μας ἀποτελεῖ τὸ γεγονὸς ὅτι ἔχουμε τόσους πολλοὺς ναοὺς μεγάλους καὶ λαμπρούς, ναοὺς μικρότερους καὶ ταπεινούς, ἐξωκκλήσια στὰ δάση καὶ τὶς κορφὲς τῶν βουνῶν. Κι ἀκόμη μεγαλύτερη εὐλογία τοῦ Θεοῦ τὸ ὅτι μποροῦμε νὰ μετέχουμε τόσο συχνὰ στὶς ἱερὲς Ἀκολουθίες ποὺ γίνονται στοὺς ναούς μας καὶ μάλιστα στὴ θεία Λειτουργία.

Πῶς ὅμως θὰ πρέπει νὰ στεκόμαστε καὶ νὰ ἀναστρεφόμαστε μέσα στοὺς ναούς, μάλιστα κατὰ τὴν ὥρα κάποιας Ἀκολουθίας, ἰδιαιτέρως τῆς θείας Λειτουργίας; Τὸν σωστὸ τρόπο εἰσόδου καὶ παρουσίας μας μέσα στὸ ναὸ θὰ τὸν συνειδητοποιήσουμε πολὺ καλύτερα, ἂν θυμηθοῦμε τὸ συγκλονιστικὸ ἐκεῖνο γεγονὸς ἀπὸ τὴ ζωὴ τοῦ Μωυσῆ, ὅπου τοῦ ἐμφανίστηκε ὁ Θεὸς ὡς φωτιὰ σὲ μιὰ βάτο (βλ. Ἐξ. γ΄ 2-6). Τὸ φαινόμενο ἦταν ἐκπληκτικό. Ἡ βάτος βρισκόταν μέσα στὶς φλόγες, ἀλλὰ δὲν γινόταν στάχτη, ὅπως θὰ περίμενε κανείς. Παραξενεύτηκε ὁ Μωυσῆς καὶ πλησίασε νὰ ἐρευνήσει τὸ παράδοξο αὐτὸ θέαμα.

Καὶ ἐκεῖ νέα ἔκπληξη τὸν περίμενε:
–Μωυσῆ, Μωυσῆ…!
Ἀπὸ τὸ βάθος τῆς βάτου, χωρὶς νὰ φαίνεται κανένα πρόσωπο, ὁ Μωυσῆς ἀκούει τὸ ὄνομά του. Ἦταν ἡ φωνὴ τοῦ Θεοῦ. –«Τί ἐστι;», ρωτᾶ μὲ εὐλάβεια.
Καὶ ὁ Κύριος τοῦ ἀπαντᾶ:
–«Μὴ ἐγγίσῃς ὧδε. λῦσαι τὸ ὑπόδημα ἐκ τῶν ποδῶν σου· ὁ γὰρ τόπος, ἐν ᾧ σὺ ἕστηκας, γῆ ἁγία ἐστί». Μὴν πλησιάζεις περισσότερο. Βγάλε τὰ παπούτσια ἀπὸ τὰ πόδια σου, διότι ὁ τόπος στὸν ὁποῖο στέκεσαι εἶναι ἅγιος.
Καὶ συνέχισε:
–Ἐγὼ ποὺ σοῦ μιλῶ μέσα ἀπὸ τὴ βάτο, εἶμαι ὁ Θεός. Ὁ ἀληθινὸς Θεός, στὸν Ὁποῖο πίστεψαν οἱ προπάτορές σου, ὁ Ἀβραάμ, ὁ Ἰσαὰκ καὶ ὁ Ἰακώβ. Ὁ Μωυσῆς αἰσθανόταν ἱερὸ δέος στὴν ψυχή του. Μπροστά του βρισκόταν ὁ ἴδιος ὁ Θεός. Ἀπὸ εὐλάβεια καὶ σεβασμὸ ἔστρεψε τὸ πρόσωπό του πρὸς τὰ κάτω.

Τί σημαίνουν ὅμως αὐτὰ γιὰ μᾶς; Ἐνώπιον τῆς «φλεγομένης βάτου» τῆς ἁγίας Τραπέζης, μέσα στὴν «ἁγία γῆ», τὸν ἱερὸ ναό, στεκόμαστε καὶ μεῖς πολλὲς φορές. Μέσα σ’ αὐτὸν φανερώνεται ὁ ἅγιος Θεὸς καὶ συνομιλοῦμε μαζί Του.

Ἐκεῖ τελεῖται ἡ θεία Λειτουργία, οἱ ἱερὲς Ἀκολουθίες καὶ τὰ ἱερὰ Μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας μας, ποὺ μᾶς ἁγιάζουν καὶ μᾶς μεταδίδουν τὴ χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Κάθε φορὰ ποὺ τελεῖται θεία Λειτουργία, ἄγγελοι καὶ ἀρχάγγελοι κινοῦνται ἀνάμεσά μας.

Ὁ οὐρανὸς ἀγγίζει τὴ γῆ. Ὁ ναὸς γίνεται οὐρανός. Ἐκεῖ μέσα στὸ ἱερὸ Βῆμα, πάνω στὴν ἁγία Τράπεζα βρίσκεται πάντοτε τὸ ἅγιο Ἀρτοφόριο, ὅπου φυλάσσεται τὸ Σῶμα καὶ τὸ Αἷμα τοῦ Χριστοῦ. Ἄρα εἶναι μυστηριακῶς παρὼν ὁ Κύριος, ἀκόμη καὶ τὶς ὧρες ποὺ δὲν τελεῖται τὸ Μυστήριο τῆς θείας Εὐχαριστίας.

Καὶ μόνο στὰ σκαλιὰ τοῦ ναοῦ νὰ πατήσεις, λέει ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος, αἰσθάνεσαι μιὰ ἀλλαγή. Ξεχνᾶς τὶς φροντίδες καὶ μέριμνες τῆς ζωῆς, καὶ πνευματικὴ αὔρα περιβάλλει τὴν ψυχή σου. Μπαίνεις μέσα καὶ ἡ ἡσυχία ποὺ ἐπικρατεῖ σοῦ προξενεῖ δέος, ἱερὸ φόβο, σὲ διδάσκει νὰ φιλοσοφεῖς, νὰ μελετᾶς δηλαδὴ βαθιὰ τὰ τῆς ζωῆς σου, σοῦ ἀνεβάζει τὴ διάθεση, δὲν σὲ ἀφήνει νὰ θυμᾶσαι τὰ πράγματα αὐτῆς ἐδῶ τῆς ζωῆς, «μεθίστησί σε ἀπὸ γῆς εἰς τὸν οὐρανόν»· σὲ μεταφέρει ἀπὸ τὴ γῆ στὸν οὐρανό» (PG 51, 145).

Γι’ αὐτὸ σὰν τὸν Μωυσῆ καλούμαστε καὶ μεῖς νὰ λύνουμε κατὰ κάποιο τρόπο τὰ «ὑποδήματά» μας, ὅταν μπαίνουμε μέσα στὸ ναὸ τοῦ Θεοῦ. Πρωτίστως ὀφείλουμε ν’ ἀφήνουμε ἔξω ἀπὸ τὴν πόρτα του ὅλες τὶς κοσμικὲς ἔγνοιες, ὑποθέσεις καὶ ὅ,τι παρόμοιο μᾶς ἀπασχολεῖ.

Νὰ σταματοῦμε γιὰ λίγο νὰ σκεπτόμαστε τὶς καθημερινές μας φροντίδες. Πολὺ περισσότερο δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἀφήνουμε τὸ νοῦ μας νὰ ἀπασχολεῖται μὲ εἰκόνες καὶ φαντασίες ποὺ μολύνουν τὴν ψυχή. Ἂς ἀφήνουμε ἔξω κάθε ἔγνοια. «Πᾶσαν τὴν βιοτικὴν ἀποθώμεθα μέριμναν», μᾶς καλεῖ ὁ Χερουβικὸς ὕμνος.

Νὰ εἰσερχόμαστε μὲ τὴν πίστη ὅτι ὁ χῶρος εἶναι ἱερὸς καὶ ἅγιος καὶ ὅτι ἐκεῖ ἡ παρουσία τοῦ Κυρίου γίνεται αἰσθητότερα φανερή. Ἀλλὰ καὶ μὲ εὐλάβεια καὶ φόβο Θεοῦ!

Μέσα στὸν ἱερὸ χῶρο νὰ κινούμαστε ἀθόρυβα. Νὰ πηγαίνουμε στὴ θέση μας καὶ ἐκεῖ νὰ παραμένουμε ἥσυχοι, συγκεντρωμένοι στὸν ἑαυτό μας, μὲ τὸ νοῦ μας ἐνώπιον τοῦ Κυρίου, χωρὶς συζητήσεις, χωρὶς περίεργα βλέμματα, χωρὶς περισπασμούς. Πάντοτε σοβαροί, μὲ μετρημένες κινήσεις καὶ μὲ συναίσθηση τῆς μοναδικῆς ἱερότητας τοῦ χώρου. Ἀκόμη νὰ προσέχουμε τὴ σεμνότητα στὴν ἐμφάνισή μας. Εἶναι ἀσέβεια νὰ μπαίνουμε μέσα στὸ ναὸ καὶ νὰ μετέχουμε στὴ λατρεία μὲ ἄσεμνη καὶ προκλητικὴ ἐνδυμασία.

Ὁ ναὸς δὲν εἶναι χῶρος γιὰ ἐπίδειξη. Ἂν αὐτὸ δὲν τὸ προσέχουμε, καὶ τὴν ψυχή μας βλάπτουμε καὶ τοὺς ἄλλους σκανδαλίζουμε. Ὅλοι μας ἔχουμε ἀντιληφθεῖ πόση ἀταξία ἐπικρατεῖ στὴν ἐποχή μας στὸ ζήτημα αὐτό. Ἀταξία ποὺ φθάνει τὰ ὅρια τῆς ἀσέβειας καὶ τῆς ἀναισχυντίας. Τέλος νὰ συμμετέχουμε συνειδητὰ στὴ θεία Λατρεία.

Νὰ συμμετέχουμε ὁλόψυχα στὰ τελούμενα. Νὰ συμμετέχουμε μὲ θερμότητα ψυχῆς. «Ἐν τῷ ναῷ ἑστῶτες τῆς δόξης σου, ἐν οὐρανῷ ἑστάναι νομίζομεν», ψάλλουμε σὲ ἕνα τροπάριο. Καθὼς στεκόμαστε στὸ ναὸ τῆς δόξης σου, νομίζουμε ὅτι βρισκόμαστε στὸν οὐρανό. Ἂς διατηροῦμε πάντοτε αὐτὴ τὴ συναίσθηση, γιὰ νὰ μὴ συνηθίζουμε καὶ ξεχνιόμαστε καὶ μπαίνουμε μέσα στὸ ναὸ τοῦ Θεοῦ ψυχρὰ καὶ ἀπὸ ὑποχρέωση.

Περιοδικό «Ο ΣΩΤΗΡ», Τεῦχος 2075

Αναδημοσίευση από: Άγιος Ισαάκ ο Σύρος

Παρασκευή 22 Μαρτίου 2013

Το Μέγα Απόδειπνο

Είναι μέσα στη φύση του ανθρώπου ριζωμένο ένα αλλόκοτο πρωτόγονο συναίσθημα μπροστά στο φαινόμενο του ύπνου. Ο ζωντανός, ο εργαζόμενος, ο σκεπτόμενος, ο γεμάτος δραστηριότητα άνθρωπος, καμπτόμενος από την φυσιολογική κόπωση, καταλαμβάνεται από μία ακατανίκητη ανάγκη να παραδοθεί στην αγκάλη του ύπνου. Οι αισθήσεις, οι διανοητικές λειτουργίες, οι δυνάμεις του σώματος ατονούν και ο ζωντανός γίνεται σαν νεκρός. Εικόνα του θανάτου ο ύπνος.

Μυστήριο για τους απλούς ανθρώπους των περασμένων εποχών. Ώρα που ενεδρεύουν οι πονηρές δυνάμεις του κόσμου τούτου, ορατές και αόρατες, για να κακοποιήσουν ή και απλώς να πειράξουν τον ανυπεράσπιστο άνθρωπο. Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο δεν θα υπάρχει ανθρώπινο ον που να μην αισθάνθηκε την ανάγκη, αφήνοντας προσωρινά τον κόσμο των ζώντων για να περάσει στο μυστήριο της εικόνας του θανάτου, να στρέψει το νου του στο Θεό του και να ζητήσει από αυτόν προστασία και σκέπη.

Σ’ αυτό το υπόβαθρο της ιδιωτικής προ του ύπνου προσευχής στηρίχθηκε και η πράξη της χριστιανικής Εκκλησίας, όταν έδινε στην ατομική αυτή προσευχή τη μορφή εκκλησιαστικής ακολουθίας.

Η μετατροπή έγινε κατ’ αρχάς στις μοναχικές αδελφότητες, που τα πάντα, και ιδίως η προσευχή, ήσαν κοινά. Η κοινή αυτή προσευχή γινόταν στην ώρα της ιδιωτικής, δηλαδή αμέσως μετά το δείπνο και πριν τον ύπνο. Γι’ αυτό και της δόθηκε το όνομα «απόδειπνο» ή «απόδειπνα» και «προθύπνια».

Είναι δε η ακολουθία του αποδείπνου μία πολύ μεγάλη ακολουθία. Το μήκος της δεν πρέπει να μας παραξενεύει. Είναι καθαρά μοναστηριακή και γνωρίζομε πόσο οι μοναχοί ήθελαν να παρατείνουν την προσευχή τους, τόσο που, αν ήταν φυσικώς δυνατόν, δεν θα διέκοπταν ποτέ την δοξολογία του Θεού. Η είσοδός της όμως στους ενοριακούς ναούς και η χρήση της από τους κοσμικούς ιερείς και το λαό οδήγησε γρήγορα σε αδιέξοδο. Έτσι κατά τον ΙΔ’ με ΙΕ’ αιώνα αναγκάσθηκαν να κάνουν και μία επιτομή της, που ονομάσθηκε, για να διακρίνεται από την αρχική εκτενή μορφή, «μικρό απόδειπνο». Το άλλο, το πλήρες και παλαιό, ονομάσθηκε τώρα «μέγα απόδειπνο». Είναι κοινός νόμος, ότι τα νεώτερα πράγματα και τα συντομότερα κερδίζουν γρήγορα έδαφος. Αυτό συνέβη και με το μικρό απόδειπνο. Το «μικρό» και νεώτερο επισκίασε το παλαιό και μεγάλο, και περιόρισε την τέλεσή του μόνο κατά τις νήστιμες ημέρες της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, που λόγω της ιερότητας της περιόδου αυτής και της συντηρητικότητας των ακολουθιών της, μπορούσε να βαστάσει το βάρος της εκτενούς αρχαϊκής ακολουθίας. Έτσι σήμερα έχομε την ευκαιρία να παρακολουθήσουμε την τέλεση του μεγάλου αποδείπνου και στους ενοριακούς ναούς από την Δευτέρα ως την Πέμπτη των εβδομάδων της μεγάλης Νηστείας, τις δε Παρασκευές μαζί με τους χαιρετισμούς την ακολουθία του μικρού αποδείπνου. Στις υπόλοιπες εκτός της Μεγάλης Τεσσαρακοστής ημέρες τελείται, κατ’ ιδίαν στα σπίτια από τους ιερείς και ευλαβείς λαϊκούς ή από κοινού στα μοναστήρια, το μικρό απόδειπνο.

Το θέμα του αποδείπνου είναι διπλό, ανάλογο προς την ώρα της τελέσεώς του· ευχαριστία δηλαδή κατά πρώτον και δοξολογία για την διέλευση της ημέρας και δέηση για την «απρόσκοπτο» και «ελευθέρα φαντασιών», κατά τον Μέγα Βασίλειο, ανάπαυση κατά την επερχόμενη νύκτα. Με το πρώτο θέμα συμπλέκονται και άλλα συναφή. Μία ανασκόπηση των έργων της ημέρας γεννά ασφαλώς την ανάγκη για αίτηση συγγνώμης για τις ποικίλες παραβάσεις μας, ένα έντονο συναίσθημα μετανοίας. Η συναναστροφή με τους αδελφούς μας γέννησε ασφαλώς δυσαρέσκειες και ενδεχομένως προκάλεσε αντιδικίες και μίση. Είναι καιρός όλα αυτά να επανορθωθούν με την αμοιβαία συγχώρηση και συνδιαλλαγή. Με το δεύτερο πάλι θέμα συνδέεται η ομολογία της ορθής πίστεως, για να μας βρει ο θάνατος στερεά στερεωμένους στην αληθινή μαρτυρία και ομολογία, κατά τους Πατέρες. Και όλα αυτά τα θέματα κατακλείει και η δέηση για την ταχεία από τον ύπνο εξανάσταση για να μη σιγήσει επί πολύ το στόμα που δοξολογεί τα «κρίματα» του Θεού.

Όπως και όλες οι ακολουθίες της Εκκλησίας μας έτσι και το απόδειπνο αποτελείται από ψαλμούς, ύμνους και ευχές. Όλα έχουν εκλεγεί με βάση τα πιο πάνω θέματα. Στα τρία μέρη του μεγάλου αποδείπνου και στην επιτομή των «καιριωτάτων» του μεγάλου, που περιέχονται στο ένα μέρος του μικρού, βρίσκει κανείς εκλεκτούς νυκτερινούς ψαλμούς, όπως ο 4ος με το «εν ειρήνη επί το αυτώ κοιμηθήσομαι και υπνώσω», ο 6ος με το «λούσω καθ’ εκάστην νύκτα την κλίνην μου, εν δάκρυσί μου την στρωμνήν μου βρέξω», ο 12ος με το «φώτισον τους οφθαλμούς μου, μήποτε υπνώσω εις θάνατον», ο 30ός με το «εις χείρας σου παραθήσομαι το πνεύμα μου», ο 90ός με το «ου φοβηθήση από φόβου νυκτερινού… από πράγματος εν σκότει διαπορευομένου». Φράσεις γεμάτες βαθειά πίστη και εγκατάλειψη στο έλεος του Θεού. Θα βρει τον περίφημο ψαλμό της μετανοίας, τον 50ό. το «Ελέησόν με, ο Θεός, κατά το μέγα έλεός σου…», και κείμενα γεμάτα μετάνοια και συντριβή, όπως την προσευχή του Μανασσή βασιλέως τής Ιουδαίας.

Από τις ευχές εκτός από την τόσο γνωστή ευχή προς την Θεοτόκο του μοναχού της Μονής της Ευεργέτιδος Παύλου «Άσπιλε, αμόλυντε…» και την σύντομη και περιεκτική «επικοίτιο» ευχή στον Κύριον ημών Ιησού Χριστό του μοναχού Αντιόχου του Πανδέκτου «Και δος ημίν, δέσποτα, προς ύπνον απιούσιν ανάπαυσιν σώματος και ψυχής … », θα έπρεπε να μνημονεύσουμε την θαυμάσια ευχή που αποδίδεται στον Μέγα Βασίλειο «Κύριε. Κύριε, ο ρυσάμενος ημάς από παντός βέλους πετομένου ημέρας…». Αυτή συγκεφαλαιώνει κατά ένα απαράμιλλο τρόπο τα αιτήματα της προ του ύπνου προσευχής του πιστού. Βρίσκεται στα «Ωρολόγια» και σε όλα τα προσευχητάρια, που κυκλοφορούν μεταξύ των πιστών. Και μόνη η προσεκτική ανάγνωσή της, και μάλιστα στην προ του ύπνου προσευχή, είναι ικανή να γεμίσει τη ψυχή του ανθρώπου από τα πιό ιερά αισθήματα.

Το απόδειπνο περιλαμβάνει και την ψαλμωδία τροπαρίων και μάλιστα τριών αρχαίων ύμνων, που έχουν όμως παραλειφθεί κατά την σύνταξη της ακολουθίας του μικρού αποδείπνου. Σήμερα δεν ψάλλονται πια παρά μόνο κατά την περίοδο της Τεσσαρακοστής, στο μέγα απόδειπνο.

Ο πρώτος, το γνωστό «Μεθ’ ημών ο Θεός», είναι μία εκλογή από την ωδή του Ησαΐα, που βρίσκεται στο 8ο και 9ο κεφάλαιο του ομώνυμου προφητικού βιβλίου της Παλαιάς Διαθήκης. Είναι ένας ύμνος θριάμβου και εγκαρτερήσεως. Ψάλλεται κατά στίχο κατά τον αρχαίο τρόπο, με έφύμνιο το «ότι μεθ’ ημών ο Θεός». Κατά τον άγιο Πατέρα Μάρκο τον Ευγενικό ο ύμνος αυτός ψάλλεται στο απόδειπνο «κατά της ενεργείας των δαιμόνων… που εκδηλώνουν την πονηρή δύναμή τους κατά τη νύκτα».

Ο δεύτερος ύμνος είναι ένα αρχαϊκό πρωτοχριστιανικό ποιητικό κείμενο σε στίχους ενδεκασύλλαβους, που το βρίσκομε και σε πάπυρο του 6ου αιώνα. Δοξολογία αγγελική και ανθρώπινη προς το δημιουργό και δέηση ενώνονται αρμονικά στο ωραίο αυτό υμνογράφημα το «Η ασώματος φύσις τα χερουβείμ…»

Τέλος ένας τρίτος ύμνος λαϊκής εμπνεύσεως. Είναι γεμάτος κατάνυξη και σύντονη δέηση. Όλοι οι άγιοι προβάλλονται στο Θεό για πρεσβεία υπέρ ημών των αμαρτωλών. Αρχίζει με το «Παναγία δέσποινα Θεοτόκε πρέσβευε υπέρ ημών των αμαρτωλών».

Ι. Μ. Φουντούλη, «Λογική Λατρεία», Θεσ/νίκη 1971 σ. 199-204

Πέμπτη 21 Μαρτίου 2013

Η Θεία Λειτουργία των Προηγιασμένων Δώρων

Στὴν Ὀρθόδοξη παράδοσή μας, ἂν καὶ ἔχουν γραφεῖ καὶ ἄλλες, ἔχουμε ἐν χρήσει τρεῖς Θεῖες Λειτουργίες, οἱ ὁποῖες φέρουν τὸ ὄνομα τοῦ Ἁγίου ποὺ τὶς συνέγραψε, καθὼς καὶ τὴν Θεία Λειτουργία τῶν Προηγιασμένων Δώρων.

α) Ἡ Θεία Λειτουργία τοῦ Ἁγ. Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, ἡ ὁποία τελεῖται ὅλες τὶς καθημερινές, τὶς Κυριακὲς καὶ τὶς Ἑορτὲς τοῦ ἔτους, πλὴν τῶν 12 ἡμερῶν ποὺ θὰ ἀναφέρουμε στὴ συνέχεια

β) Αὐτὴ τοῦ Μεγάλου Βασιλείου, μὲ δομὴ ἴδια μὲ αὐτὴν τοῦ Ἁγ. Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου (διαφέρουν τὰ συστατικὰ λόγια, κάποιες εὐχές, ἀντὶ τοῦ «Ἄξιόν ἐστι» ψάλλουμε τὸ «Ἐπὶ σοῖ χαῖρε Κεχαριτωμένη» καὶ ἡ ὀπισθάμβωνος εὐχή), μόνο ποὺ οἱ εὐχὲς εἶναι μακροσκελέστερες ἀπὸ αὐτὴν τοῦ Χρυσοστόμου, καὶ γενικότερα διακρίνεται γιὰ τὴν μεγαλοπρέπειά της. Τελεῖται 10 φορὲς τὸν χρόνο: Τὶς 5 Κυριακές της Ἁγίας καὶ Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, τὸ πρωὶ τῆς Μεγάλης Πέμπτης καὶ τοῦ Μεγάλου Σαββάτου, τὶς παραμονὲς τῶν Χριστουγέννων καὶ τῶν Θεοφανείων καὶ τὴν ἡμέρα μνήμης τοῦ συγγραφέα τῆς Μεγάλου Βασιλείου (1η Ιανουαρίου).

γ) Αὐτὴ τοῦ Ἁγίου Ἰακώβου τοῦ Ἀδελφοθέου, ἡ ὁποία εἴθισται νὰ τελεῖται δὶς τοῦ ἔτους, κατὰ τὴν ἡμέρα μνήμης τοῦ συγγραφέως τῆς (23 Ὀκτωβρίου) καὶ μία Κυριακὴ μετὰ τὰ Χριστούγεννα. Τελεῖται στὸν σολέα (τὸν χῶρο μεταξύ τοῦ Ἱεροῦ Βήματος καὶ τοῦ κυρίως Ναοῦ), μὲ τὸν λειτουργὸ νὰ βλέπει πρὸς δυσμᾶς (πρὸς τὸν λαό). Ὁ λειτουργὸς φέρει λευκὰ ἄμφια (καὶ οἱ συλλειτουργοί του), ἐνῶ ἐὰν ἱερουργεῖ Ἀρχιερέας, αὐτὸς δὲν φέρει Σάκκο, ἀλλὰ ἀντ’ αὐτοῦ φελώνιο πολυσταύριο (καὶ φυσικὰ ὠμοφόριο). Τὸ χαρακτηριστικὸ αὐτῆς τῆς Θείας Λειτουργίας εἶναι ὅτι τὰ Ἅγια μετὰ τὸν Καθαγιασμὸ δὲν «συστέλλονται», ὅπως συμβαίνει στὶς ἄλλες δύο λειτουργίες, καὶ οἱ πιστοὶ κοινωνοῦν ὅπως καὶ οἱ Ἱερεῖς, χωριστὰ τὸν Ἄρτο (Σῶμα Χριστοῦ), καὶ χωριστὰ τὸν Οἶνον (Αἷμα Χριστοῦ). Αὐτὸ σὲ πολυπληθεῖς ἐνορίες ἔχει πρακτικὲς δυσκολίες, ἀπαιτεῖ δύο ἱερεῖς, ὥστε ὁ ἔνας νὰ μεταδίδει Τὸν Ἅγιο Ἄρτο, καὶ ὁ ἄλλος τὸν Ἅγιον Οἶνον, καὶ ἐὰν ἡ προσέλευση τῶν πιστῶν εἶναι ἀκόμη μεγαλύτερη, πολλαπλάσιοι τῶν δύο Ἱερέων. Ἡ Ἀποστολικὴ Θεία Λειτουργία τοῦ Ἁγ. Ἰακώβου τοῦ Ἀδελφοθέου, εἶναι ἡ ἀρχαιότερη ὅλων, καὶ πάνω σ’ αὐτὴν βασίστηκαν οἱ ἑπόμενες.

Οἱ τρεῖς αὐτὲς Θεῖες Λειτουργίες (σὲ ἀντίθεση μὲ τὴν «Προηγιασμένη» ὅπως ἁπλὰ τὴν ἀποκαλεῖ ὁ λαός μας, καὶ τὴν ὁποία θὰ ἐξετάσουμε στὴν συνέχεια), ἔχουν Πασχάλιο καὶ Ἀναστάσιμο χαρακτήρα. Ἀποτελοῦν χαρμόσυνο, πανηγυρικὸ καὶ ἐπινίκιο Μυστήριο. Ἡ περίοδος τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, πλὴν τῶν Σαββάτων καὶ τῶν Κυριακῶν (ὅποτε τελεῖται κανονικὰ ἡ Θεία Λειτουργία τοῦ Χρυσοστόμου καὶ τοῦ Μεγάλου Βασιλείου ἀντίστοιχα), ἀποτελεῖ περίοδο «πένθιμη», ἀφοῦ μὲ τὸ τέλος της, θὰ κληθοῦμε νὰ ζήσουμε τὸ Ἄχραντο Πάθος καὶ τὴν Σταύρωση Τοῦ Κυρίου. Εἶναι περίοδος νηστείας, προετοιμασίας, προσευχῆς, περισυλλογῆς καὶ μετανοίας. Γιὰ αὐτὸ οἱ ἐκκλησιαστικοὶ κανόνες ἀπαγορεύουν ρητά, τὴν τέλεση Θείας Λειτουργίας τὶς καθημερινές, τῆς Σαρακοστῆς, διότι ὁ «χαρμόσυνος» χαρακτήρας τῆς Θείας Λειτουργίας, δὲν συνάδει μὲ τὸ πένθιμον τῆς περιόδου.